Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

H μεγάλη “μάχη” σε πλήρη εξέλιξη - Γερμανία Vs Keynes

Όπως και να δει κανείς η γερμανική λογική αυστηρής και αντικοινωνικής λιτότητας η οποία προωθείται σε συγκεκριμένες χώρες, αλλά και ουσιαστικά σε ολόκληρη την Ευρώπη συναντάει τις έντονες αντιδράσεις μεγάλου αριθμού οικονομολόγων, ακόμη και στο εσωτερικό της Γερμανίας, με προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο κατάρρευσης της οικονομίας συγκεκριμένων χωρών της ευρωζώνης, κάτι το οποίο θα οδηγήσει στην κατάρρευση ολόκληρης της Ε.Ε και εν συνεχεία σε τεράστια προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία.  
Ας τα δούμε όλα με την σειρά. Η οικονομική ηγεσία της Γερμανίας δοκιμάζεται και πάλι, αφού στις τελευταίες συνόδους κορυφής, τόσο το Δεκέμβριο, όσο και στην πρόσφατη τον Ιανουάριο, το Βερολίνο και η Α. Μέρκελ δεν κατάφεραν να πείσουν την Βρετανία να συνταχθεί με μια νέα πιο σφιχτή δημοσιονομική ένωση. Όπως είναι γνωστό ο Βρετανός πρωθυπουργός David Cameron δυσανασχέτησε στο ενδεχόμενο περαιτέρω παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας προς τις Βρυξέλλες. Αλλά μάλλον ο φόβος του έχει να κάνει με την νομισματική πειθαρχία που επιδιώκει η Α. Μέρκελ και η γερμανική πλευρά.
Όπως και να το δει κανείς και παρά τα πρόσφατα αυστηρά μέτρα λιτότητας στη Βρετανία, ο Cameron και γενικά η αγγλική νοοτροπία είναι ξεκάθαρα πιο κοντά στην αγγλοαμερικανική λογική της «ποσοτικής χαλάρωσης», η οποία θεωρείται ως πανάκεια σε δύσκολους οικονομικά καιρούς. Το πρόβλημα για τη Γερμανία όμως είναι ότι αυτήν την άποψη δεν έχει μόνο η Βρετανία, αλλά και η ίδια η επικεφαλής του ΔΝΤ Christine Lagarde, αλλά και ο Ιταλός πρωθυπουργός Mario Monti, καθώς και πλήθος αξιωματούχων σε ολόκληρη την Ε.Ε. και σε όλον τον κόσμο. Ακόμη την ίδια λογική έχουν και κύκλοι της ΕΚΤ.  Στον αιώνα που ζούμε, η εκτύπωση χρήματος έχει αντικαταστήσει τα πολυβόλα, ως όπλο στις ευρωπαϊκές μάχες για επικράτηση, ενώ οι Γερμανοί δεν το παραδέχονται, αλλά στην ουσία προσπαθούν να κτίσουν μια νέα οικονομική αυτοκρατορία, στην οποία η βασική αρετή θα θεωρείται το «έντιμο χρήμα» και η ακραία λιτότητα των λαών. Αν δει κανείς στο βάθος της ιστορίας θα καταλάβει ότι ελάχιστοι είναι οι Ευρωπαίοι που θα ήθελαν να παραδώσουν την οικονομική τους αυτοκυριαρχία στους Γερμανούς, ή μάλλον στον γερμανικό τρόπο δράσης. Επειδή όμως η Γερμανία αποτελεί την οικονομική ατμομηχανή της ηπείρου, καθώς και τον δανειστή τελευταίας προσφυγής, διαθέτει και όλα τα πλεονεκτήματα. Μάλιστα, τελευταία, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες αναφέρουν ότι περισσότερο φοβούνται μια ήπια Γερμανία, από ότι μια πιο επιθετική.
Επί πολλούς αιώνες, η γερμανική ενοποίηση συναντούσε εμπόδια από πλευράς των Ευρωπαίων, ενώ όταν η χώρα επιτέλους ενώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν πολύ πιο πίσω από τους αντιπάλους της Γαλλία και Αγγλία, όσον αφορά στην απόκτηση αυτοκρατορίας. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν απέδειξαν την βούληση των Γερμανών να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο. Η ιστορία όμως είναι γνωστή, η ήττα του ναζισμού, και ο εφιάλτης του ψυχρού πολέμου, που διαίρεσε την χώρα, δεν έβαλε τέλος στα όνειρα μιας παγκόσμιας οικονομικής γερμανικής κυριαρχίας. Τα μέσα όμως άλλαξαν. Μετά την επανένωσή της πριν από 20 χρόνια, η Γερμανία, με μόνο 82 εκατ. πληθυσμό κατάφερε να γίνει ο μεγαλύτερος παγκόσμιος εξαγωγέας, μέχρι που την ξεπέρασε η Κίνα το 2010. Που βασίστηκε όμως αυτό το οικονομικό θαύμα; Μα φυσικά στο σε μια ηθική σκληρής εργασίας, εξοικονόμησης πόρων, συσσώρευσης κεφαλαίων, εξαγωγές, και πολύ πειθαρχημένες αντιπληθωριστικές νομισματικές πολιτικές, με τη Γερμανία να υιοθετεί την οικονομική λογική - φιλοσοφία της λεγόμενης «αυστριακής σχολής», που δίνει έμφαση στο σταθερό χρήμα. Έτσι, έως το 1990, το γερμανικό μάρκο είχε γίνει ένα κύριο παγκόσμιο νόμισμα, ενώ σε αντίθετο δρόμο με τη Γερμανία, οι ανταγωνιστές τους Άγγλοι και Αμερικανοί, προτίμησαν την κευνσιανή προσέγγιση, με την οποία η υποτίμηση του νομίσματος θεωρείται ως το βασικό εργαλείο επίτευξης οικονομικής ανάπτυξης. Για τους Γερμανούς όμως, η υποτίμηση καταστρέφει τις αποταμιεύσεις της μεσαίας τάξης, και ωφελεί τους τραπεζίτες και τους πολιτικούς.
Αν λάβει κανείς υπόψη τις δύο αυτές αντίθετες σχολές, μπορεί να αντιληφθεί τη σημερινή δυσκολία εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής λύσης για την κρίση χρέους. Πριν από περίπου δυο δεκαετίες, οι Γερμανοί αποφάσισαν να θυσιάσουν (θεωρητικά με απροθυμία) το μάρκο τους για χάρη του ευρώ, με τον τότε καγκελάριο Helmut Kohl να το θεωρεί ως απαραίτητο βήμα για μια ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Μάλιστα, για να πειστούν κάποιοι σκεπτικιστές, η Γερμανία επέμενε η ΕΚΤ να εδρεύει εκεί, έτσι ώστε οι γερμανικές νομισματικές προκαταλήψεις να συνεχίσουν να κυριαρχούν. Η σημερινή πολιτική του Βερολίνου εξηγείται από εκείνη την διστακτικότητα. Προσπάθησε να κάνει το ευρώ έναν διάδοχο του μάρκου. Και είναι πολλοί οι σημερινοί Γερμανοί που αναπολούν το εθνικό τους νόμισμα, θέλοντας την επιστροφή του.
Πολλοί Αμερικανοί πιστεύουν πως η σταθερότητα θα επανέλθει στην Ευρώπη μόνο εφόσον η ΕΚΤ επιδείξει ανάλογο θάρρος με την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (FED), ενώ ζητούν πια από τη Γερμανία να αποπειραθεί μια μορφή αγγλοαμερικανικής ποσοτικής χαλάρωσης. Η Γερμανία όμως αρνείται και παράλληλα ενθουσιάζεται με κάθε επιπλέον παραχώρηση εθνικής δημοσιονομικής κυριαρχίας που γίνεται από πλευράς των χωρών μελών της ευρωζώνης. Αναγνωρίζει πως έχει την δύναμη να απεξαρτήσει την ΕΕ από την κυρίαρχη κευνσιανή υποτιμητική νομισματική πολιτική. Μια τέτοια νέα Ευρώπη θα ήταν πολύ διαφοροποιημένη από την τρέχουσα αμερικανική οικονομική πολιτική, ενώ είναι σίγουρο ότι αν τα καταφέρει τελικά η Γερμανία να αναμορφώσει την Ευρώπη σύμφωνα με τα δικά της δημοσιονομικά πρότυπα, τότε θα έχουμε μια εντελώς νέα ήπειρο.
Κλείνοντας θα λέγαμε ότι ένα είναι σίγουρο. Ότι πρόκειται για ένα πόλεμο της Γερμανίας με την θεωρία του Κέυνς και τις χώρες που την ασπάζονται. Αν η γερμανική λογική τα καταφέρει και η Ευρώπη ορθοποδήσει με τη λογική της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και της λιτότητας τότε τα κράτη που σήμερα ακολουθούν κευνσιανές πολιτικές, ίσως αναθεωρήσουν, και αποφασίσουν να συνταχθούν με το Βερολίνο, κάτι όμως θα επαναφέρει μια ιστορική αλλαγή. Είναι σίγουρο ότι σε περίπτωση που κάτι τέτοιο επιτευχθεί θα γραφτεί στα συγγράμματα οικονομικής πολιτικής και φιλοσοφίας.

Δημήτρης Δρούτσας σε γερμανικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς: "Δεν μπορεί η Ευρώπη να επιθυμεί την εξαθλίωση μίας ολόκληρης χώρας και ενός ολόκληρου λαού"

ΤΟΜΕΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
 
Βρυξέλλες, 7 Φεβρουαρίου 2012 
 
Δημήτρης Δρούτσας σε γερμανικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς: "Δεν μπορεί η Ευρώπη να επιθυμεί την εξαθλίωση μίας ολόκληρης χώρας και ενός ολόκληρου λαού"
 
 
Σημεία συνεντεύξεων προς γερμανικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς Radio Bremen και  Hessischer Rundfunk:
 
Η συνέντευξη στο Radio Bremen: http://www.radiobremen.de/mediathek/index.html
 
 
Για την κριτική στην Ελλάδα ότι δεν υλοποιήθηκαν οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η χώρα:
 
Πράγματι υπήρξαν καθυστερήσεις και ελλείψεις στην υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και των δεσμεύσεων που ανέλαβε η χώρα.
Οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας έδωσαν δυστυχώς, με την στάση που επέδειξαν στο παρελθόν, τη δυνατότητα να ασκηθεί αυτή η κριτική στην Ελλάδα. Με την στάση τους αυτή δυσφήμισαν χώρα και λαό.
Αυτό μπορείτε να το εκλάβετε ως ανοιχτή κριτική και αυτοκριτική.
 
Ταυτόχρονα θέλω να τονίσω ότι χρειάζεται από όλους κατανόηση για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός λαός.
Ένας ολόκληρος λαός υποφέρει, ένας ολόκληρος λαός "ματώνει" εάν θέλετε.
Τα μέτρα που έχουν ληφθεί έως τώρα είναι ιδιαίτερα σκληρά και είναι αβέβαιο τι παραπάνω μπορεί να επωμιστεί ο ελληνικός λαός.
Ήδη φτώχεια και ανεργία, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους, έχουν αυξηθεί δραματικά.
Δεν μπορεί η Ευρώπη να επιθυμεί την εξαθλίωση μίας ολόκληρης χώρας και ενός ολόκληρου λαού.
Έχω δηλώσει επανειλημμένα, και δεν διστάζω να το επαναλάβω, ότι για την σημερινή κατάσταση της Ελλάδας ευθύνονται οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας των τελευταίων δεκαετιών.
Δεν πρέπει όμως να κατηγορείται ο ελληνικός λαός, για τον οποίο και για τις θυσίες του οποίου παρακαλώ και απαιτώ τον απαραίτητο σεβασμό.
 
Για το θέμα "Επιτρόπου Λιτότητας" ή "Ειδικού Λογαριασμού" για την Ελλάδα:
 
Το θέμα του "Επιτρόπου Λιτότητας" για την Ελλάδα δεν τίθεται - οι ίδιοι οι πολιτικοί ηγέτες της Ε.Ε. καθώς και πολιτικοί από την Γερμανία το έχουν απορρίψει απαξιωτικά.
Η νέα σκέψη για έναν "Ειδικό Λογαριασμό" για την Ελλάδα είναι απλώς μία προσπάθεια να επανέρθει το θέμα "από την πίσω πόρτα".
Είναι κατανοητό ότι οι πιστωτές εκφράζουν την ανησυχία τους για τον τρόπο χρησιμοποίησης των δανείων - και ναι, δεν διστάζω να το πω, η ελληνική πολιτική έχει δώσει αφορμές για την άσκηση κριτικής και για δυσπιστία.
 
Αλλά η γραμμή του τι μπορεί να είναι αποδεκτό είναι ξεκάθαρη:
Σεβασμός στην αξιοπρέπεια της Ελλάδας και του ελληνικού λαού και σεβασμός στους δημοκρατικούς θεσμούς και λειτουργίες. Μην ζητάτε από την Ελλάδα κάτι, το οποίο δεν θα αποδεχόσαστε οι ίδιοι.
Εξάλλου, αυτοί που "γεννούν" τέτοιες ιδέες θα πρέπει να αναλογιστούν πως μία τέτοια αξίωση μπορεί να ανοίξει το "κουτί της Πανδώρας", τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.
Πρέπει να υπάρχει, και υπάρχει, άλλος δρόμος.
 
Για τις διαπραγματεύσεις με την Τροϊκα:
 
Είναι απολύτως θεμιτό, η ελληνική κυβέρνηση - όπως κάθε κυβέρνηση - να προσπαθεί να διεκδικήσει το καλύτερο δυνατό για την χώρα και τους πολίτες μέχρι την τελευταία στιγμή.
Δεν πρέπει να γίνει το λάθος να ζητηθούν από την Ελλάδα υπερβολικά μέτρα, τα οποία αντικειμενικά δεν μπορούν να υλοποιηθούν, είτε πολιτικά είτε οικονομικά.
Πρόκειται για έναν "φαύλο κύκλο", από τον οποίο πρέπει να δραπετεύσουμε το συντομότερο δυνατόν.
Και αυτό θα επιτευχθεί μόνο με την σωστή ισορροπία μεταξύ εφικτών μέτρων και μεταρρυθμίσεων και την απαραίτητη τόνωση της ελληνικής οικονομίας με στόχο την ανάπτυξη και απασχόληση.
Πάνω σε αυτό πρέπει όλοι να συγκεντρωθούμε, όχι στην συνεχή κριτική στην Ελλάδα για λάθη και παραλείψεις, τις οποίες εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε και έχουμε αποδεχτεί.
 
Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτικές ηγεσίες και προσωπικότητες, οι οποίες δεν θα διστάσουν να πούνε στον ελληνικό λαό όλη την αλήθεια και να προωθήσουν αυτές τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα για να ξεφύγει από αυτήν την βαθιά κρίση - να φτιάξουμε μία "νέα Ελλάδα", εάν θέλετε.
Χωρίς να λαμβάνουν υπ' όψιν το λεγόμενο "πολιτικό κόστος", χωρίς το βλέμμα στραμμένο στο προσωπικό πολιτικό μέλλον.
 
Η Ευρώπη πάλι χρειάζεται πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι δεν θα διστάσουν να ζητήσουν από την κοινή γνώμη στις χώρες τους την απαραίτητη αλληλεγγύη απέναντι στον κάθε εταίρο στην Ε.Ε., χωρίς να ακούν και να επηρεάζονται από τις φωνές του λαϊκισμού ή να υποχωρούν στο κάλεσμα αυτού του εύκολου λαϊκισμού για την αλίευση εύκολων και φτηνών ψήφων.
Η πολιτική ατζέντα στην Ευρώπη ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ακραίες δυνάμεις και τις δυνάμεις του λαϊκισμού - αυτό είναι λάθος και επικίνδυνο για όλη την Ευρώπη.

Κοινή δράση κατά των μέτρων της τρόικας αποφάσισαν δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί. Απόφαση για μποϋκοτάζ γερμανικών προϊόντων


Κοινή δράση κατά των μέτρων της τρόικας αποφάσισαν δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί. Απόφαση για μποϋκοτάζ γερμανικών προϊόντων
07/02/2012 18:49
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Αθήνα, Ελλάδα
873
Greek

Αριθμός Είδησης: 10875929


   Δικηγόροι, μηχανικοί και γιατροί αποφάσισαν κοινή δράση και κοινές κινητοποιήσεις, τόσο σε πανελλαδικό όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατά των μέτρων που επιβάλλει η τρόικα, ενώ παράλληλα αποφάσισαν το μποϋκοτάζ των γερμανικών προϊόντων και τη σύνταξη αναπτυξιακού σχεδίου για την Ελλάδα.

    Κοινή σύσκεψη πραγματοποιήθηκε σήμερα στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, μεταξύ του προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Γιώργου Πατούλη, του προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος Χρήστου Σπίρτζη και της συντονιστικής επιτροπής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, Γιάννη Αδαμόπουλου.

    Μοναδικό θέμα της σύσκεψης αυτής ήταν τα μέτρα που επιβάλλει η τρόικα στους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους μηχανικούς, στους υπόλοιπους επιστημονικούς κλάδους, αλλά και γενικότερα στους Έλληνες πολίτες.

    Ο πρόεδρος των Μηχανικών επισήμανε ότι η οικοδομή έχει σημειώσει πτώση 50% σε σχέση με το προηγούμενο έτος (2011), ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται όλα τα δομικά υλικά, κάτι που δείχνει την πολιτική κατεύθυνση που ακολουθείται αλλά και την ανυπαρξία ελέγχου από την πλευρά του κράτους.

    Ο Χρ. Σπίρτζης τόνισε ότι τα μέτρα που επιβάλλονται είναι λογιστικού τύπου και πρέπει να λογοδοτήσουν οι κυβερνήσεις που έλεγαν ότι θα ξεπεραστούν σύντομα τα προβλήματα της χώρας μας. Ακόμη, επισήμανε ότι οι Γερμανοί έχουν προσβάλλει με λόγια και με έργα την Ελλάδα και τους Έλληνες και «απομένει να βάλουν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη».

    Ο πρόεδρος των Αθηναίων γιατρών, Γ. Πατούλης, επισήμανε ότι οι συνάδελφοί του δεν θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να συνταξιοδοτούνται, καθώς τα Ταμεία θα καταρρεύσουν. Παράλληλα, ο κ. Πατούλης τόνισε ότι ο ιατρικός κλάδος μαστίζεται, αφού του 25% των γιατρών είναι άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι.

    «Προσβολή της Δημοκρατίας» χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων τα μέτρα που απαιτεί να ληφθούν η τρόικα και τα οποία, όπως τόνισε, προσβάλλουν τους συνταγματικούς θεσμούς της χώρας μας.

    Ο κ. Αδαμόπουλος προσκάλεσε τους μηχανικούς, τους γιατρούς και τους άλλους επιστημονικούς φορείς σε κοινή δράση και κινητοποιήσεις σε πανελλαδικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, ζήτησε να υπάρξει γρήγορα συνάντηση με τους Ευρωπαϊκούς δικηγόρους μέσω της CCBE, προκειμένου να εκτεθεί η κατάσταση και η πραγματική εικόνα που επικρατεί στον ελλαδικό χώρο. Ακόμη, ο πρόεδρος της Ολομέλειας πρότεινε -και έγινε δεκτό- να κληθούν για ενημέρωση στα γραφεία του ΔΣΑ οι βουλευτές που έχουν την επαγγελματική ιδιότητα του δικηγόρου, του γιατρού και του μηχανικού.

    Οι πρόεδροι των τριών φορέων καταδίκασαν: «α) Τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων του πολίτη, η οποία συνιστά αποτέλεσμα μιας πρωτόγνωρης επίθεσης κατά του κράτους δικαίου, β) τον αναμφισβήτητα στρεβλό τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο «εκσυγχρονισμός» δήθεν της ελληνικής κοινωνίας και των κρατικών δομών και γ) την ανεξέλεγκτη δράση εξωθεσμικών και δημοκρατικά ανομιμοποίητων παραγόντων οι οποίοι - υπό την ανοχή δυστυχώς της πολιτικής ηγεσίας του τόπου - καταλήγουν να υποκαθιστούν τις συνταγματικά προβλεπόμενες εξουσίες».

    Οι φορείς σε ανακοίνωσή τους επισημαίνουν ότι «είναι πλέον πασίδηλο πως -εν μέσω της παρούσας συγκυρίας- δοκιμάζονται όχι μόνο οι οικονομικές μας αντοχές, αλλά κυρίως τα όρια της ανοχής μας ως ελεύθερων πολιτών μιας δημοκρατικά δομημένης πολιτείας, τα οποία και τείνουν πλέον να εξαντληθούν».

    Παράλληλα, προσθέτουν: «Μέσα σε αυτό το δυσμενές και άκρως δυσοίωνο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί οι θεσμοί πλήττονται - κατά τρόπο πρωτοφανή και συνταγματικά ανεπίτρεπτο - και εντέλει απαξιώνονται σχεδόν πλήρως. Οι επιστημονικοί κλάδοι καλούνται να αναλάβουν πρωτοβουλίες βλέποντας τη χώρα να καταρρέει, βυθισμένη σε μια κρίση όχι μόνο οικονομική αλλά πλέον πολιτική, ηθική, κρίση αξιών».

    Μετά το πέρας της σύσκεψης ο κ. Σπίρτζης δήλωσε: «Υπάρχει έλλειμμα σχεδίου για την διάσωση της χώρας και από την κυβέρνηση και από την τρόικα. Πρέπει να αναπτύξουμε δράσεις για να αντισταθούμε στην λαίλαπα. Δεν θα είναι εύκολα τα πράγματα για όσους θέλουν να παρουσιάσουν ως δεσμεύσεις της χώρας ρυθμίσεις που υπαγορεύονται από συμφέροντα».

    Από την πλευρά του ο Γ. Αδαμόπουλος τόνισε: «Προβάλλονται συνεχώς αξιώσεις υπό την απειλή της μη εκταμίευσης κάποιας δόσης. Θέλουν συνεχώς να παρουσιάζουν τους δικηγόρους ως πλούσιους. 8.000 συνάδελφοι δεν έχουν καμία παράσταση στα δικαστήρια. Θα φύγουν φέτος περισσότεροι από 1.000 ή 1.500. Το άνοιγμα έχει επέλθει».

    Τέλος, ο Γ. Πατούλης επισήμανε: «Ακόμη και ο μπακάλης μπορεί να ανοίξει ιατρείο με βάσεις τις ρυθμίσεις που πέρασαν. Είναι απαράδεκτο και αντισυνταγματικό. Αυτό το νομοθέτημα πρέπει να καταργηθεί».

    Μποϋκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα

    Κατά την κοινή σύσκεψη έγινε αποδεκτή η πρόταση του Χρ. Σπίρτζη και η λήψη οκτώ κοινών δράσεων που είναι: 1) Η πραγματοποίηση «μποϋκοτάζ» στα γερμανικά προϊόντα, ενέργεια στην οποία καλούν να ανταποκριθεί επιπλέον το σύνολο των Ελλήνων πολιτών, ως ελάχιστη και συμβολική ένδειξη διαμαρτυρίας στην έλλειψη αλληλεγγύης που ως Ευρωπαίοι εταίροι θα αναμέναμε από τη Γερμανία, 2) Η συγκρότηση ειδικών επιτροπών, οι οποίες θα κληθούν να επεξεργαστούν ένα ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας και εξόδου της από την παρούσα κρίση, 3) Η πραγματοποίηση κοινής απεργίας και αποχής από τα καθήκοντά τους, 4) Η διοργάνωση ημερίδας για την ανάδειξη των κοινών προβλημάτων των μελών των τριών επιστημονικών φορέων συγκέντρωσης διαμαρτυρίας και συναυλίας, 5) Η ανάληψη ποικίλων δράσεων για την ενημέρωση των αντίστοιχων φορέων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6) Η από κοινού διοργάνωση εκδήλωσης κατάθεσης και καταγραφής προβληματισμών και ανταλλαγής απόψεων στις Βρυξέλλες, 7) Η διενέργεια ελέγχων σε κτίρια πραγματικά κλειστών αγορών (τραπεζικά καταστήματα, supermarkets, κ.λπ. για θέματα υγιεινής και ασφάλειας πολιτών και εργαζομένων και χωροταξικών και πολεοδομικών παραβάσεων), 8) Κοινή προσπάθεια για την δημιουργία ενός δείκτη προστασίας όλων των πολιτών και βελτίωση του κοινωνικού κράτους.

    Η διοργάνωση των κοινών δράσεων θα ξεκινήσει μέσα στις επόμενες μέρες.

Ολλανδία: Ο κίνδυνος διάδοσης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη έχει μειωθεί, δηλώνει ο πρωθυπουργός Ρούτε

Ολλανδία: Ο κίνδυνος διάδοσης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη έχει μειωθεί, δηλώνει ο πρωθυπουργός Ρούτε
07/02/2012 19:33
ΑΠΕ-ΜΠΕ-Γαλλ. Πρακτ.
Χάγη, Ολλανδία
204
Greek

Αριθμός Είδησης: 10875279


   Ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μαρκ Ρούτε εκτίμησε σήμερα ότι σε σχέση με τα μέσα του 2010, υπάρχουν πλέον "λιγότεροι κίνδυνοι" να διαδοθεί η κρίση χρέους στην ευρωζώνη εάν η Ελλάδα εγκαταλείψει το ενιαίο νόμισμα.

    "Υπάρχουν λιγότεροι κίνδυνοι", είπε ο Ολλανδός πρωθυπουργός μιλώντας στο δημόσιο ραδιόφωνο της χώρας: "είναι προς το συμφέρον μας να παραμείνει η Ελλάδα (στο ευρώ) και για αυτό θα πρέπει να πάρει όλα τα μέτρα που μας έχει υποσχεθεί (...) όμως, εάν αυτό δεν λειτουργήσει, σήμερα είμαστε σε πιο ισχυρή θέση σε σχέση με ενάμισι χρόνο πριν", πρόσθεσε.

    Οι χώρες της ευρωζώνης είναι "πιο ισχυρές" επειδή έχουν λάβει μέτρα, όπως είναι η αναδιάρθρωση των τραπεζών και η ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), διευκρίνισε.

    Ο Ρούτε διαβεβαίωσε ότι "συμφωνεί" με την Επίτροπο για τις νέες τεχνολογίες Νίλι Κρους που δήλωσε σε συνέντευξή της στην ολλανδική εφημερίδα de Volkskrant ότι "δεν θα πεθάνει και κανείς" αν η Ελλάδα εγκαταλείψει την ευρωζώνη.

    Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο αντέδρασε στις δηλώσεις της Κρους τονίζοντας ότι η θέση της Ελλάδας βρίσκεται εντός της ζώνης του ευρώ. "Το κόστος της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα ήταν μεγαλύτερο από το κόστος της συνέχισης της στήριξης" της χώρας, σημείωσε ο Μπαρόζο.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ζητείται Επειγόντως το Κέντρο




Ένα εξαιρετικό άρθρο του Απόστολου Δοξιάδη για το "χαμένο" Κέντρο:



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ

Προϋπόθεση για να αποφύγει η Ελλάδα την επερχόμενη καταστροφή είναι να αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα που σημαίνει να συμβεί ένα, ή και τα δύο, από τα παρακάτω: να εξυγιανθούν ριζικά τα μεγάλα κόμματα, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό—φοβάμαι όμως ότι ο βαθμός αυτός ίσως να είναι πολύ μικρός—και να δημιουργηθούν καινούργια, ίσως ενσωματώνοντας και κάποιες από τις υγιέστερες δυνάμεις των παλαιών, που θα επιτρέψουν σε νέους ανθρώπους, με νέο ήθος και πραγματικές ικανότητες, να μπουν στην πολιτική σκηνή. Γιατί μόνο με τα υπάρχοντα κόμματα και το υπάρχον ανθρώπινο υλικό, ως έχει, δε μπορεί να γίνει τίποτε καλό. Καλή ομελέτα με κλούβια αυγά δε φτιάχνεται• παρομοίως, δε γίνεται καλή πολιτική με κακά κόμματα και κακούς πολιτικούς.
Πώς όμως θα αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα; Τι είναι αυτό που θα επιτρέψει τις αλλαγές που η συντριπτική πλειοψηφία των σήμερα ενεργών πολιτικών δε θέλει, ή δε μπορεί -ή, συνηθέστερα, και τα δύο- να κάνει; Κατά τη γνώμη μου, για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές αυτές πρέπει προηγουμένως να εκφραστεί με ισχυρή φωνή ο χώρος που σε κάποιες φάσεις της νεότερης ιστορίας μας αποκαλούνταν, και σωστά, «κεντρώος». Δε μιλώ εδώ για ένα νέο πολιτικό κόμμα  ή σωστότερα, δε μιλώ μόνο για κάτι τέτοιο. Μιλώ για κάτι βασικότερο, την απαραίτητή του προϋπόθεση. Γιατί ο χώρος του Κέντρου δεν ορίζεται πρωτίστως κομματικά, αλλά πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, και για να υπάρξει ένα νέο κόμμα με προοπτική, πρέπει να ξέρουμε, και να ξέρει, ποια είναι η κοινωνική πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική κατηγορία που εκφράζει.
Ο χώρος του Κέντρου αποτελεί στη σημερινή Ελλάδα προβληματική έννοια. Κάποιοι τον επικαλούνται, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς εννοούν, κάποιοι, όπως ο Διογένης με το φανάρι, τον αποζητούν γύρω τους, εις μάτην, κάποιοι τον αναπολούν με νοσταλγία, άλλοι τον λοιδορούν, ενώ τέλος μερικοί—κυρίως τα κόμματα εξουσίας, που έχουν κάθε συμφέρον γι' αυτό—θέλουν να τον υποβαθμίσουν ως αναχρονισμό, μια έννοια ληγμένη. Κι όμως, ο κεντρώος χώρος είναι αυτός που κατοικείται από το μεγαλύτερο αριθμό των πολιτών, που αντιπροσωπεύει δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων, των μέσων, εργατικών, μετριοπαθών, πολιτικά αφανάτιστων πολιτών, χωρίς παρά ταύτα να τολμά να ομολογήσει το όνομά του. Έτσι, το να ξαναορίσουμε το νόημα της έννοιας «Κέντρο», και μέσα από τον ορισμό να της ξαναδώσουμε φωνή, είναι σήμερα πιο απαραίτητο παρά ποτέ.
Μια από τις ιδιομορφίες του πολιτικού Κέντρου είναι ότι ορίζεται πάντα ευκολότερα ως αντίθεση στα άκρα, παρά αυτόνομα, ως το τι είναι το ίδιο—αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η ονομασία του. Κι εδώ είναι απαραίτητη μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή:
Η έννοια του Κέντρου γίνεται κυριαρχική στην πολιτική ζωή ουσιαστικά μετά τον Εμφύλιο, καθώς στη διάρκειά του, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει χωριστεί σε δύο μόνο παρατάξεις: το ΚΚΕ και τους συμμάχους του από τη μια, και όλους τους άλλους από την άλλη—το Κέντρο ενσωματώνεται φυσικά στη δεύτερη κατηγορία. Στην περίοδο από το τέλος του Εμφυλίου ως την απριλιανή Δικτατορία, το 1967, το Κέντρο ορίζεται μέσω μιας διπλής αντίθεσης: αφ’ ενός από μια Αριστερά που ήταν τότε, πότε περισσότερο-πότε λιγότερο φανερά, ευθυγραμμισμένη με τη στρατηγική του Σοβιετικού μπλοκ, χωρίς να αποτάξει, ούτε στην ηπιότερη εκδοχή της, την ΕΔΑ της δεκαετίας του 1960, τον αντιδυτικό χαρακτήρα που αυτή η ένταξη επέβαλλε• και αφ’ ετέρου από μια Δεξιά που τη χαρακτήριζαν η τυφλή προσάρτησή της στο άρμα του Παλατιού, αλλά και ο ιδεολογικού τύπου εθνικισμός και αντικομουνισμός. Κατοικώντας το μέσο χώρο, το Κέντρο είχε ταυτόχρονα και κάποια σημεία επαφής με τα δύο άκρα που αρνιόταν: με την Αριστερά, το έφερνε κοντύτερα μια λιγότερο συντηρητική πολιτισμική στάση (δημοτικισμός, άρνηση της εθνικιστικής και ακραία αντικομουνιστικής ρητορικής), καθώς και η επιδίωξη των ίσων ευκαιριών και του κοινωνικού κράτους, ενώ με τη Δεξιά το ένωνε ο φιλοδυτικός προσανατολισμός, και η κοινή πίστη στην αστική δημοκρατία ως αντίθεση του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Με δυο λόγια, το Κέντρο εκείνα τα χρόνια οριζόταν—έστω και αν δεν το δήλωνε πάντα με αυτούς τους σαφείς όρους—ως ένας πολιτικός χώρος ταυτόχρονα αντι-αριστερός και αντι-δεξιός, ως ταυτόχρονη άρνηση και των δύο άκρων, που όμως αφομοίωνε κάποια μη-ακραία χαρακτηριστικά και των δυο. Αλλά καθώς ο κύριος εκλογικός αντίπαλος του Κέντρου, από το τέλος του Εμφυλίου και ως το 1967, ήταν η Δεξιά, η ταυτότητα του οριζόταν πιο έκδηλα από την αντίθεσή του σε αυτήν, παρά την Αριστερά. (Παρά ταύτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το προδικτατορικο Κέντρο παρέμεινε επί της ουσίας εξ ίσου αντι-αριστερό όσο και αντι-δεξιό, που τότε σήμαινε, κυρίως, αντικομουνιστικό.) Τέλος, στο βαθμό που η ταυτότητά του οριζόταν θετικά, και όχι εκ των αντιθέσεών του, το προδικτατορικό Κέντρο ήταν ένας χώρος που αντλούσε τη δύναμή του από την πίστη στη φιλελεύθερη δημοκρατία και την ένταξη στη Δύση.
Τα χρόνια της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας δημιουργήθηκε μια νέα συσπείρωση στις πολιτικές δυνάμεις. Από το τρίδυμο Δεξιά, Κέντρο, Αριστερά, περάσαμε πάλι σε ένα διχασμό, μόνο που τώρα η κύρια αντίθεση είχε αλλάξει από αυτήν του Εμφυλίου: τότε, ήταν ΚΚΕ/υπόλοιποι• στο διάστημα 1967-74 έγινε χούντα/υπόλοιποι.
Η χούντα, βέβαια, παρά τα άπειρα στραβά της, έβαλε στο δρόμο της τελικής λύσης το πολιτειακό, με την εξορία του Κωνσταντίνου το Δεκέμβριο του 1967, και το δημοψήφισμα κατά της Βασιλείας, το 1973. Έτσι, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 1974, το πολιτικό τοπίο δε μπορούσε να επανέλθει στο προδικτατορικό, τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Δύο ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν το μεταδικτατορικό τοπίο: οι μεγάλες πρωτοβουλίες του Καραμανλή (νομιμοποίηση του ΚΚΕ και δημοψήφισμα-οριστική επίλυση του πολιτειακού) και η δημιουργία του νέου τύπου κόμματος του Ανδρέα Παπανδρέου, του ΠΑΣΟΚ, ενός "κινήματος" που εκτός των άλλων εξαφάνισε—κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο—μέσα σε μια επταετία, ως το 1981, τα κόμματα του πολιτικού Κέντρου.
Με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την οριστική επίλυση του πολιτειακού, η Δεξιά είχε χάσει τα δύο της βασικά ερείσματα: τον ψυχροπολεμικό αντικομουνισμό και την ταύτιση με το Παλάτι, και ότι αυτό συμβόλιζε. Χωρίς αυτά τα δύο, είχε χάσει το λόγο ύπαρξής της, οπότε η Νέα Δημοκρατία έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα, που ενσωμάτωνε σε μεγάλο βαθμό και τους περισσότερους ψηφοφόρους του προδικτατορικού Κέντρου. Όμως, η εξαφάνιση αυτή διόλου δε βόλευε τα σχέδια του Ανδρέα Παπανδρέου, που γι’ αυτό αποφάσισε να αναστήσει την παλιά Δεξιά, ως βολικό αχυράνθρωπο, ώστε να παίξει πιο εύκολα το δικό του πολιτικό παιχνίδι. Αντί όμως για την παραδοσιακή Δεξιά, που ουσιαστικά είχε σβήσει, στερούμενη ερεισμάτων, ο Ανδρέας ανέστησε ως αντίπαλο τη "Δεξιά", δηλαδή μια ουσιαστικά μυθική έννοια, που την έφτιαξε κατά πως τον βόλευε, μια καρικατούρα του παλιού εαυτού της, που τη φόρεσε σιγά-σιγά καπέλο στην τότε ανυποψίαστη Νέα Δημοκρατία.
Ο Ανδρέας διαμόρφωσε σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός το νέο πολιτικό τοπίο, δημιουργώντας εχθρούς και συμμάχους κατά τα γούστα του. Αφ' ενός, κατάφερε να πλήξει καίρια τη Νέα Δημοκρατία περιορίζοντας τη, με το δικό του ορισμό, σε κάτι που δεν ήταν, τη Δεξιά παλαιού τύπου. Αυτό το κατάφερε με το πνεύμα που ενσάρκωσε το στρεβλό σύνθημα "ο Λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά". Γιατί φυσικά η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που επέβαλλε και διεξήγαγε υποδειγματικά το δημοψήφισμα που κατήργησε τη βασιλεία και νομιμοποίησε το ΚΚΕ, δεν ήταν ούτε φιλοβασιλική ούτε ψυχροπολεμικά αντικομουνιστική. Άρα δεν ήταν και αυτό που "σήμαινε Δεξιά" στα μάτια των Ελληνίδων και των Ελλήνων, δηλαδή αυτό που έλεγε ο Ανδρέας ότι σήμαινε. Όμως ο πολύς κόσμος δεν πίστεψε την αλήθεια, αλλά τον Ανδρέα.
Αφ' ετέρου, ο μέγας λαοπλάνος κατάφερε καίριο πλήγμα στο χώρο στα αριστερά του, αναγορεύοντας το ΠΑΣΟΚ του κύριο κληρονόμο των παραδόσεών της Αριστεράς, και περιθωριοποιώντας την ίδια με εκείνο το αλήστου μνήμης, ανδρεϊκής επινοήσεως, "λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις". Η υφαρπαγή της ιστορίας της Αριστεράς έγινε με την άλλη μεγάλη πομφόλυγα της δεκαετίας του 1980, τη λεγόμενη "Εθνική Συμφιλίωση", που ενσάρκωσε εμβληματικά η τοποθέτηση του Μάρκου Βαφειάδη ως βουλευτή Επικρατείας. (Η κίνησή του Ανδρέα ήταν φυσικά καθαρά συμβολική, και κενή περιεχομένου, καθώς η εθνική συμφιλίωση είχε επιτευχθεί στην ουσία τον Ιούλιο του 1974, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του (τότε) ΚΚΕ Εσωτερικού. Τα άλλα ήταν λόγια, παράτες, φιέστες και κενή ρητορεία. )
Με το διπλό χτύπημα των συμβόλων και των συνθημάτων, δεξιά και αριστερά, που διέλυσε τους δυο πολιτικούς αντιπάλους του ΠΑΣΟΚ, αναγορεύοντας τον πρώτο κάτι που δεν ήταν, και παίρνοντας από τον δεύτερο την ιστορία, του το πολιτικό τοπίο της Ελλάδας υπέστη βίαια αναμόρφωση. Ο κύριος στόχος του Ανδρέα όμως δεν ήταν ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά: ήταν η διάλυση του χώρου του Κέντρου, του μεγάλου πλειοψηφικού χώρου των μετριοπαθών Ελληνίδων και Ελλήνων πολιτών, που αποτελούσε και την κύρια δεξαμενή υποψήφιων ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Στήνοντας απέναντί του μια Δεξιά-μπαμπούλα, μια φαντασίωση ενός σχεδόν φασιστικού-απολυταρχικού φαντάσματος, ο Ανδρέας όρισε τον εαυτό του, και το ΠΑΣΟΚ του, ως ηγέτη ενός άτυπου λαϊκού Μετώπου, ενός νέου ανένδοτου αγώνα, που βάφτιζε ότι δεν ήταν "Δεξιά", δικό του χώρο. Αυτό ήταν το μέγιστο στρατήγημά του, και συνάμα το μεγαλύτερο κακό που έκανε στην ελληνική πολιτική ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας όρισε εξ αρχής τους κανόνες τους πολιτικού παιχνιδιού, με την αντίληψή του για την πολιτική να αποτελεί πλήρη ενσάρκωση της ρήσης του Μιτεράν, ότι «πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων». Έτσι, ο Ανδρέας δεν ήταν μεγάλος πολιτικός αλλά μεγάλος λαοπλάνος, δημαγωγός, πολιτικάντης. Κι αυτό του το «μεγαλείο» η Ελλάδα το πλήρωσε ακριβά, και ίσως να το πληρώσει μελλοντικά ακόμη ακριβότερα.
Γιατί η πολιτική, βέβαια, δεν είναι αυτό που είπε ο Μιτεράν ή, σωστότερα, δεν πρέπει να είναι αυτό, αλλά κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων. Η καλή πολιτική δεν είναι η διαχείριση των συμβόλων—αν και είναι, αναγκαίο, εν μέρει και αυτό—αλλά των πραγματικών ζητημάτων και προβλημάτων μιας χώρας, διαχείριση που βασίζεται στην παράλληλη ύπαρξη και λειτουργία ενός σωστού κράτους. Η καλή πολιτική συμβαδίζει με το σωστό κράτος που, για να είναι σωστό, δεν πρέπει να εξαρτάται παρά ελάχιστα από την πολιτική: η έκφραση «κρατικός μηχανισμός» δηλώνει ακριβώς ότι, σε μια σωστή δημοκρατία, το κράτος πρέπει να λειτουργεί σωστά, καλοκουρδισμένο ρολόι, ανεξάρτητα των πολιτικών. Αντ’ αυτού, ο Ανδρέας έδωσε στο ελληνικό κράτος το τελευταίο καίριο πλήγμα, διαλύοντας το εντελώς. Για την ακρίβεια, προχώρησε πολύ παραπέρα στη διάλυσή του από αυτούς που αναθεμάτιζε ως εχθρούς του κράτους, δηλαδή το προχουντικό παρακράτος, και την ίδια τη χούντα-κράτος, κομματικοποιώντας τη δεκαετία του 1980 το κράτος σε βαθμό πρωτόγνωρο. Έπειτα, για να τον ανταγωνιστεί η Νέα Δημοκρατία στα χρόνια που ήταν στην εξουσία, τον μιμήθηκε, παίζοντας και αυτή το ίδιο παιχνίδι. Χωρίς αυτόνομο κράτος, όμως, η πολιτική δεν είχε πλέον θεσμικό αντίβαρο, και έτσι το κράτος μας κατάντησε απεικόνιση των δύο μεγάλων κομμάτων που νέμονται επί τριάντα χρόνια την εξουσία, των παρασυναγωγών και των συντεχνιακών ομάδων που τα διοικούν.
Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι ιδέες και οι αρχές ουσιαστικά καταργήθηκαν, εξορίστηκαν από το μεγαλύτερο μέρος του κομματικού φάσματος—χώρια η περί του αντιθέτου φανφαρόνικες ρητορείες—μαζί και η έννοια των μεγάλων κομμάτων ως έκφρασης ουσιαστικών, συνεκτικών κοινωνικών σχηματισμών. Κι έτσι, αντί για το προδικτατορικό τρίδυμο Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά, που είχε σίγουρα πολιτικό-κοινωνικό υπόβαθρο, η μεταπολιτευτική ζωή ορίστηκε από δύο κόμματα αποψιλωμένα από κάθε ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, δηλαδή δυο κόμματα που με τον καιρό καταντούσαν ολοένα και περισσότερο απλές «φίρμες» (brands), με την αντίθεσή τους να έχει όσο ιδεολογικό περιεχόμενο όσο του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό. Το να είσαι Πασοκτζής ή Νεοδημοκράτης, έπαψε με τα χρόνια να σημαίνει το οτιδήποτε, από το ότι φοράς πράσινη ή γαλάζια φανέλα, και να νέμεσαι—αν ήσουν οργανωμένος οπαδός—τα προνόμια της ένταξής σου. Καθώς όμως στους ψηφοφόρους των δυο αυτών κομμάτων ανήκαν και όλοι όσοι θα μπορούσαν να ανήκουν στο μεσαίο κοινωνικό χώρο, αυτή η ισοπέδωσή τους κάτω από τις κενές «φίρμες» έπνιξε και κάθε δυνατότητα έκφρασής του Κέντρου.
Πιστεύω ότι όπως η μεταδικτατορική ισοπέδωση του ελληνικού πολιτικού τοπίου από τον Πασοκικής και Νεοδημοκρατικής υφής λαϊκισμό—και τα δύο εντέλει πνευματικά παιδιά του Ανδρέα Παπανδρέου—είχε κύριο θύμα της το Κέντρο, η ανασύστασή του Κέντρου, ως ουσιαστική έκφραση του μεγαλύτερου, παραγωγικότερου, και θετικότερου τμήματος της κοινωνίας, είναι ο εξ ων ουκ άνευ όρος της ανασυγκρότησης της πολιτικής μας ζωής πάνω σε μια βάση χρήσιμη για τον τόπο.
Το νέο αυτό Κέντρο, αναγκαστικά πρέπει να ορισθεί και αρνητικά, όπως πάντα ταιριάζει στο Κέντρο, αλλά και θετικά, όπως απαιτείται από ένα χώρο που πρέπει να οδηγήσει τη χώρα προς τη σωτηρία.
Αρνητικά, το Κέντρο σήμερα πρέπει να ορισθεί και πάλι ως αντίθεση στα δυο άκρα που απειλούν τη Δημοκρατία: το ένα παραμένει, όπως και παλιά, μια Αριστερά που δεν έχει αποκηρύξει το όραμα του ολοκληρωτισμού (έστω και αν η ίδια το βαφτίζει «ιδανική κοινωνία»), μια Αριστερά που αμφισβητεί ευθέως τη δημοκρατία μας, με λόγια (σαφέστατες διακηρύξεις) και έργα (έκνομες ενέργειες κατά της ασφάλειας και της ειρήνης των πολιτών και της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της καθημερινότητάς μας). Το άλλο άκρο όμως δεν είναι ο Ανδρεοπαπανδρεϊκής επινοήσεως βρικόλακας «Δεξιά», αλλά ο λαϊκισμός, που απαντιέται σε όλο το εύρος των μη-αριστερών κομμάτων, δηλαδή ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ. Γιατί και στα τρία υπάρχουν πολιτικές τάσεις, αλλά και πολιτικοί, βουλευτές, πολιτευτές και ενεργά μέλη, που συναντιόνται στην ακραία λαϊκίστικη στάση τους, μια στάση ουσιαστικά αντι-ευρωπαϊκή, παρανοϊκά μισαλλόδοξη, που αναζητεί τον πατριωτισμό στην ψωροπερήφανη απομόνωση και κολακεύει τους ψηφοφόρους, αντιτάσσοντας στο παμπάλαιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του νεοέλληνα, που η Κρίση το έχει διογκώσει υπερβολικά, το ψέμα μιας άνευ αποδείξεων ανωτερότητας, σε μια νέα παραλλαγή του «όσα δε φτάνει η αλεπού». Αν το καλοσκεφτούμε, οι ακραίοι λαϊκιστές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ, τα βρίσκουνε μια χαρά μεταξύ τους: αν πετούσαν τις κομματικές τους φανέλες, θα μπορούσαν όλοι κάλλιστα να ανήκουν στα γραφικά γκρουπούσκουλα, τη «Σπίθα» ή το «Άρμα Πολιτών». Αυτά όμως είναι γραφικά μόνο επειδή είναι μικρά. Ενώ, αντίθετα, το κύριο σώμα και η έκφραση του λαϊκισμού, που κρατά δέσμια το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ στον παλιό, χειρότερο εαυτό τους, και καθορίζει ολοκληρωτικά το ΛΑΟΣ, δεν είναι διόλου γραφικό, γιατί έχει όγκο, μέγεθος, και απειλή να συμπαρασύρει τη χώρα στο δικό του ολέθριο δρόμο.
Όμως το νέο Κέντρο πρέπει να ορισθεί και θετικά, ως αυτό που πραγματικά είναι: η φωνή της πλειοψηφίας των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών που είναι σαφής στο θετικό όραμα που αποζητά για τον τόπο, δηλαδή το όραμα μιας φιλελεύθερης κοινωνίας ευρωπαϊκού τύπου, με σύγχρονο κράτος δικαίου, με ευνομία, ισονομία και σωστή λειτουργία των θεσμών. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου το κράτος υπηρετεί τους πολίτες, και το Δημόσιο Συμφέρον, και δεν είναι ούτε όργανο των κομμάτων—όπως το κατάντησε η κομματοκρατία των δύο μεγάλων κομμάτων—ούτε μπαμπούλας ολοκληρωτικού τύπου, που εξουσιάζει τις ζωές των πολιτών, όπως το ονειρεύεται η Αριστερά. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου η πολιτική και το κράτος υπηρετούν τους πολίτες που αγαπούν τον τόπο τους και θέλουν να ζουν εδώ ειρηνικά και δημιουργικά.
Το νέο αυτό Κέντρο πρέπει να στελεχωθεί από νέους ανθρώπους—νέους στην πολιτική αλλά και, νομίζω, ως επί το πλείστον σχετικά νέους ηλικιακά—που μπορούν με συνέπεια λόγου, πράξης και προσωπικού ιστορικού να εκφράσουν την ουσία του, τη μετριοπάθεια στην πολιτική, και τη στήριξη της δημιουργικότητας στην καθημερινή ζωή, αυτά δηλαδή που είναι το αιτούμενο όλων των καλών πολιτών.
Κάθε εθνική κρίση, κυρίως αν είναι οικονομική, ωθεί τους ανθρώπους στα άκρα, που τα προσεγγίζουν μέσα στην απελπισία του, γιατί τα άκρα πάντα ψεύδονται, συνειδητά ή ασυνείδητα, προσφέροντας την εύκολη ρητορική των απατηλών υποσχέσεων, αντί τη δύσκολη ουσία, που απαιτεί η πραγματικότητα. Η δική μας Κρίση δεν είναι διαφορετική και το βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις: τα άκρα ανεβαίνουν, όχι μόνο η Αριστερά, ο ΛΑΟΣ και τα ακροδεξιά μορφώματα, αλλά—ακόμη πιο επικίνδυνα—οι ακραία λαϊκίστικες τάσεις στα δυο μεγάλα (για πόσο ακόμη;) κόμματα. Αν αυτό συνεχισθεί, αν δεν υπάρξει αντίδραση, ο τόπος θα διαλυθεί από τις φυγόκεντρες δυνάμεις των άκρων, ο κοινωνικός ιστός θα διαλυθεί. Η οικονομία θα τσακιστεί, και η Ελλάδα δε θα αντέξει, θα απομονωθεί πολιτικά από τη Δύση και θα γίνει χώρα του Τρίτου Κόσμου, ξανά «ψωροκώσταινα», το υποψήφιο θύμα του κάθε αυριανού ολιγάρχη, μαφιόζου ή δικτάτορα.
Για να αποφευχθεί η διάλυση στην οποία μας τραβούν ολοταχώς, από δυο μεριές, τα άκρα, εντός και εκτός μεγάλων κομμάτων, πρέπει να αποκτήσουμε πάλι Κέντρο. Το σάπιο κομματικό σύστημα θα διαλυθεί για να ανασυντεθεί υγιώς μόνο αν ο κεντρώος χώρος ξανα-αποκτήσει έκφραση, αυτοσυνειδησία και φωνή.
Μόνο ένα νέο, ισχυρό Κέντρο μπορεί να σώσει τη χώρα από την καταστροφή.




Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

H εξουσία διαπομπεύει τις μετριότητες





Tου Χρήστου Γιανναρά

Δεν έχουν νόημα, είναι αποδεδειγμένα ατελέσφορες οι εκκλήσεις, οι προτροπές, οι υποδείξεις σε ανθρώπους των κομμάτων.
Tο πάθος για την πολιτική ως παίγνιο μοιάζει ανίατη ασθένεια, ανήκε στη βλάβη.
Eπείγεται η «Nέα Δημοκρατία» να γίνει κυβέρνηση με οποιοδήποτε τίμημα...

Δεν την ενδιαφέρει αν θα κυβερνήσει σε κράτος που θα έχει κηρύξει στάση στις πληρωμές μισθών και συντάξεων, με πανικόβλητα πλήθη στους δρόμους να εγκληματούν χωρίς χαλινό.

Tεκμαίρεται η αδιαφορία της N.Δ., από τα θέματα που απασχολούν τον αρχηγό και τους «επιτελείς» του, το άμεσο «περιβάλλον» του: Mάχη για τις καρέκλες, για τις θέσεις στα ψηφοδέλτια, για το ποιος θα φιγουράρει δίπλα στον αρχηγό μπροστά στις κάμερες. Oμαδοποιήσεις που αλληλομαχαιρώνονται στο Διαδίκτυο, φτήνια και ευτέλεια επιδιώξεων, ενώ το κράτος βουλιάζει στο χάος.
Mονότροποι μέχρις αναλγησίας οι κομματάνθρωποι, αποκομμένοι από την πραγματικότητα, ανέγγιχτοι από την αγωνία και τον πανικό για τη συντελεσμένη στη χώρα καταστροφή, παχυδερμικά ανέμελοι για τις ευθύνες τους, για τις νωπές αθλιότητες της πενταετίας τους.

Δεν έχουν νόημα οι καταγγελίες, το ξεμπρόστιασμα, η διαπόμπευση. Eίναι ανίατη ψυχοπάθεια η εξουσιολαγνεία, βεβαιωμένη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα.
Tα «παλαιά στελέχη» της «παράταξης» απέδειξαν επί πέντε χρόνια εξωφρενική ανικανότητα και φαυλότητα, αλλά παραμένουν όλα επί σκηνής. Aπό κοντά οι νεοφανείς υπασπιστές του αρχηγού, έχουν κιόλας στεγανό ο καθένας και αυτονομημένο το δικό του μικροσύμπαν, και ανταγωνίζονται σε θριαμβολογίες ποιος δικαιώνεται για τις υποδείξεις του στον αρχηγό.

H αρχηγία σε ένα τέτοιο κόμμα αμετανοησίας και ευτέλειας τι σημαίνει για τον κ. Σαμαρά, ποιες ικανοποιήσεις του προσφέρει, ποιες φιλοδοξίες του μπορεί να υπηρετήσει; Tι να την κάνει την πρωθυπουργία, όταν δεν διαθέτει παρά φθαρμένα, σπιθαμιαία αναστήματα για να αντιπαλαίψει ιλιγγιώδη προβλήματα σε μια χώρα ρημαγμένη, βυθισμένη στην απόγνωση; Δεν τον τρομάζει το ταπεινωτικό, οικτρό τέλος που είχαν τρεις κιόλας πριν από αυτόν πρωθυπουργοί παραδομένοι σήμερα στη χλεύη και στην περιφρόνηση του λαού και της Iστορίας; Γιατί επιμένει να βαδίζει, δίχως την παραμικρή παρέκκλιση, στα ίχνη τους;
H εξουσία μεγεθύνει εξευτελιστικά τη μετριότητα, τη γελοιοποιεί, τη διαπομπεύει.

Δεν τρομάζει τον κ. Σαμαρά αυτός ο αμείλικτος διασυρμός της μετριότητας από τη δοκιμασία στο καμίνι της πρωθυπουργίας; Kαι η μετριότητα δεν μετριέται τόσο με βάση τα έκτακτα προσόντα όσο με την απουσία κάποιων ηγετικών ικανοτήτων, ελάχιστα φανταχτερών, που ειδικά σήμερα, σε εποχή κυριαρχίας των επιδερμικών εντυπώσεων, αποδείχνονται κεφαλαιώδη χαρίσματα.
Tο πρόβλημα της Eλλάδας σήμερα είναι ένα: να ξηλωθεί, αλλά μεθοδικά και ειρηνικά, το παρασιτικό, πελατειακό καθεστώς της κομματοκρατίας και να στηθεί εξ υπαρχής κράτος στην υπηρεσία της κοινωνίας. Kράτος με πρωτεύονται στόχο τη λιγότερη δυνατή αδικία, την ποιότητα της ζωής, την άνοδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας.

Eίναι στοχεύσεις που δεν απαιτούν οπωσδήποτε «μπαλκονάτο» ηγέτη, εντυπωσιακή επιβλητικότητα. Aπαιτούν τη σεμνή οξυδέρκεια που ξέρει να ξεχωρίζει ποιότητες, να εντοπίζει αποτελεσματικούς συνεργάτες, να αξιοποιεί την ανιδιοτέλεια και το δημιουργικό πάθος. Aπαιτεί την πανίσχυρη τόλμη της διακινδύνευσης, της ετοιμότητας για αυτοθυσία.

O νουνεχής πολίτης ξέρει, ότι δεν μπορεί να περιμένει τίποτα, μα απολύτως τίποτα, από το προσωπικό των κομμάτων της σημερινής πολιτικής σκηνής. Kαι ο πιο καθαρός, ο πιο τίμιος πολιτευτής βαρύνεται με το στίγμα της σύμπραξης στα εγκλήματα των κυβερνήσεων που μας οδήγησαν στην τωρινή χρεοκοπία και διεθνή διαπόμπευση. O κ. Σαμαράς δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε κάποιος από τους δελφίνους στο ΠAΣOK.

Θα αποτελέσει εξαίρεση όποιος, κατέχοντας τη θέση του αρχηγού στο ένα ή στο άλλο κόμμα, επαγγελθεί τη διάλυση του κόμματός του και τη συγκρότηση ενός ριζικά καινούργιου σχηματισμού με κριτήριο άφθορη ποιότητα και ετοιμότητα κοινωνικής προσφοράς.

O ηγέτης με τη σεμνή οξυδέρκεια θα εντοπίσει τους ανθρώπους τους ικανούς να απελευθερώσουν τη δημόσια διοίκηση από κάθε κομματική παρέμβαση και επιρροή. Tους σοφούς νομικούς που θα μεταφράσουν σε νομοθεσία τους συνταγματικούς περιορισμούς στον συνδικαλισμό των δημόσιων λειτουργών. Που θα καθαρίσουν τελεσίδικα τα πανεπιστήμια και τα σχολεία από τη λοιμική των κομματικών νεολαιών. Που θα σαρκώσουν σε λειτουργικούς θεσμούς μιαν άτεγκτη αξιοκρατία, τον συνεχή έλεγχο της ποιότητας, της παραγωγικότητας, της δημιουργικής φαντασίας σε κάθε πτυχή του συλλογικού βίου.
Tέτοιες στοχεύσεις μοιάζουν ουτοπικές, δονκιχωτικές, για τα θύματα της ψυχοπαθολογικής εξουσιολαγνείας. O ρεαλισμός των στοχεύσεων είναι απρόσιτος στη μονοτροπία της ιδιοτέλειας.





Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Οι δελφίνοι, το Μνημόνιο και το καλωσόρισμα στην Ελλάδα




Οι πολιτικές ανθρωποθυσίες, ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, της ραγδαίας ανάπτυξης της επιστήμης και των τεχνολογιών, προσφέρονται για να φυσήξει ούριος άνεμος στα πανιά ενός κομματικού σχηματισμού, όταν φαίνεται να έχει βαλτώσει, και να απειλείται με ναυάγιο.


Μια τέτοια περίπτωση παρακολουθούμε στο ΠΑΣΟΚ με τον Γιώργο Παπανδρέου. Ενώπιον της αφετηρίας μιας μάχης επιγόνων, που θα φέρει το ΠΑΣΟΚ για δεύτερη φορά στην ιστορία του, στα χέρια κάποιου ο οποίος δεν θα λέγεται Παπανδρέου, ο πρώην  πρωθυπουργός «θυσιάζεται» με προχωρημένη ευκολία από τους υπόλοιπους κορυφαίους του Κινήματος.


Οι δελφίνοι της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ πιστεύουν ότι με τον τρόπο αυτό, στο υποσυνείδητο της κοινωνίας θα μεγιστοποιηθούν οι ευθύνες του Γιώργου Παπανδρέου για τον εθνικό εφιάλτη του Μνημονίου, και κατ’ αντιστοιχία θα σμικρυνθούν οι δικές τους. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΠΑΣΟΚ πληρώνει τον λογαριασμό του Μνημονίου, με την υποχώρηση της πολιτικής απήχησής του σε επίπεδα «μικρομεσαίου» κόμματος.



Στο πρώτο σκέλος, ο πολιτικός συλλογισμός τους δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αν και μάλλον ο Γιώργος Παπανδρέου είναι δύσκολο να καταστεί… περισσότερο ένοχος, από τη στιγμή που η ελληνική κοινωνία έχει φορτώσει την πολιτική υστεροφημία του σημερινού Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, με το άγος του Μνημονίου. Το οποίο εξελίχτηκε στον μεγάλο επιταχυντή για την επιδείνωση της κρίσης, και τη «βιαιοπραγία» σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και ευημερίας.
Στο δεύτερο σκέλος, ο συλλογισμός τους πάσχει. Επειδή κανείς από όσους έχουν εκδηλώσει την πρόθεση να διεκδικήσουν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, δεν έσπευσε να διαχωρίσει εγκαίρως τη θέση του. Δεν μίλησε σε καίριο χρόνο για ευθύνες και αστοχίες. Δεν προχώρησε σε μια ηχηρή παραίτηση, που θα άναβε τη σπίθα της αμφισβήτησης, ίσως και της απαλλαγής από τον μονόδρομο αυτής της πολιτικής.


Μονάχα η Λούκα Κατσέλη δικαιούται να ισχυρίζεται ότι είχε εγκαίρως διαγνώσει το πρόβλημα και είχε «φωνάξει» για τις ευθύνες του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, για να… πληρώσει την πολιτική αυτοθυσία της, αρχικά με μια δυσμενή μετάθεση από το υπουργείο Οικονομίας, και εν συνεχεία με την οριστική έξοδο από την κυβέρνηση. Μόνο που εκείνη δεν θεωρείται διεκδικήτρια «πρώτης γραμμής».


Όλοι οι υπόλοιποι, ήταν εκεί. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, σε σημείο που να «ποινικοποιούν» την κοινή λογική και την πραγματικότητα, για τον εξαιρετικά απλό λόγο ότι αμφότερες δεν συμφωνούν με τις δικές τους προσωπικές επιδιώξεις.


Για όσους μάλιστα έχουν ακόμη αμφιβολίες, δεν χρειάζεται παρά να ρίξουν μια ματιά στις ομόφωνες αποφάσεις έγκρισης της πολιτικής που ακολούθησε ο Γιώργος Παπανδρέου. Αρχικά ως αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας και του Κώστα Καραμανλή. Τότε που υποστήριζε από… κάθε μπαλκόνι της χώρας ότι υπήρχαν λεφτά. Και οι δελφίνοι χειροκροτούσαν.


Στη συνέχεια, στο ξεκίνημα της κυβερνητικής θητείας του. Τότε που «πειράχτηκε», σύμφωνα με τις σχετικές καταγγελίες τις οποίες διερευνά η Δικαιοσύνη το έλλειμμα του 2009, προκειμένου να εμφανιστεί όσο μεγάλο χρειαζόταν, για να αιτιολογηθεί η προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον μηχανισμό στήριξης του Μνημονίου. Κανείς δελφίνος δεν είχε αντιδράσει.


Τότε που ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου «θρυμμάτιζε» τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και εκτόξευε τα spreads, μιλώντας για «Τιτανικό», την ώρα που ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου υποστήριζε ενώπιον των υπόλοιπων ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι «κυβερνούσε μια διεφθαρμένη χώρα». Και πάλι, κανένας δελφίνος δεν είπε το παραμικρό.


Τότε που, με το δραματικών διαστάσεων διάγγελμα από το Καστελόριζο, ο Γιώργος Παπανδρέου παρουσίασε την προσφυγή στο Μνημόνιο ως υπέρτατη πράξη εθνικής ευθύνης. Για να αποδειχτεί μέσα σε μερικούς μόλις μήνες, ότι το μόνο «εθνικό» εκείνης της επιλογής, ήταν η δια βίου εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας. Ακούσατε εσείς κάποιον δελφίνο να διαφωνεί;


Ακόμη και όταν, εξαιτίας των απαιτήσεων της τρόικας, η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου φόρτωνε μια κοινωνία που βρισκόταν ήδη στα όριά της, με δυσβάσταχτα μέτρα λιτότητας, τα οποία και οδήγησαν φυσικά σε εμβάθυνση της ύφεσης, στα όρια της χρεοκοπίας, ούτε… μισή παραίτηση δεν είδαμε, από κάποιον από όσους σήμερα διεκδικούν το δικαίωμα στη «λήθη». Τη συλλογική και εθνική, πολιτική και κοινωνική.


Η Ελλάδα λοιπόν… καλωσορίζει στη χώρα τους υποψηφίους διαδόχους του Γιώργου Παπανδρέου. Που προφανώς απουσίαζαν τα τελευταία δυο χρόνια… και περισσότερο. Η πολιτική λήθη ήταν ένα ακόμη από τα «κεκτημένα» που χάθηκαν, λόγω των μέτρων τα οποία εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και στις εκλογές, αλλά και στο εθνικό μέλλον, η πολιτική καταδίκη δεν θα αφορά μονάχα τον Γιώργο Παπανδρέου. Θα αφορά το «όλον ΠΑΣΟΚ». Ή μάλλον, τα «πολλά ΠΑΣΟΚ», που ευθύνονται για τη φορολόγηση ακόμη και των ονείρων των Ελλήνων.