Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Κοινή δράση κατά των μέτρων της τρόικας αποφάσισαν δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί. Απόφαση για μποϋκοτάζ γερμανικών προϊόντων


Κοινή δράση κατά των μέτρων της τρόικας αποφάσισαν δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί. Απόφαση για μποϋκοτάζ γερμανικών προϊόντων
07/02/2012 18:49
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Αθήνα, Ελλάδα
873
Greek

Αριθμός Είδησης: 10875929


   Δικηγόροι, μηχανικοί και γιατροί αποφάσισαν κοινή δράση και κοινές κινητοποιήσεις, τόσο σε πανελλαδικό όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατά των μέτρων που επιβάλλει η τρόικα, ενώ παράλληλα αποφάσισαν το μποϋκοτάζ των γερμανικών προϊόντων και τη σύνταξη αναπτυξιακού σχεδίου για την Ελλάδα.

    Κοινή σύσκεψη πραγματοποιήθηκε σήμερα στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, μεταξύ του προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Γιώργου Πατούλη, του προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος Χρήστου Σπίρτζη και της συντονιστικής επιτροπής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, Γιάννη Αδαμόπουλου.

    Μοναδικό θέμα της σύσκεψης αυτής ήταν τα μέτρα που επιβάλλει η τρόικα στους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους μηχανικούς, στους υπόλοιπους επιστημονικούς κλάδους, αλλά και γενικότερα στους Έλληνες πολίτες.

    Ο πρόεδρος των Μηχανικών επισήμανε ότι η οικοδομή έχει σημειώσει πτώση 50% σε σχέση με το προηγούμενο έτος (2011), ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται όλα τα δομικά υλικά, κάτι που δείχνει την πολιτική κατεύθυνση που ακολουθείται αλλά και την ανυπαρξία ελέγχου από την πλευρά του κράτους.

    Ο Χρ. Σπίρτζης τόνισε ότι τα μέτρα που επιβάλλονται είναι λογιστικού τύπου και πρέπει να λογοδοτήσουν οι κυβερνήσεις που έλεγαν ότι θα ξεπεραστούν σύντομα τα προβλήματα της χώρας μας. Ακόμη, επισήμανε ότι οι Γερμανοί έχουν προσβάλλει με λόγια και με έργα την Ελλάδα και τους Έλληνες και «απομένει να βάλουν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη».

    Ο πρόεδρος των Αθηναίων γιατρών, Γ. Πατούλης, επισήμανε ότι οι συνάδελφοί του δεν θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να συνταξιοδοτούνται, καθώς τα Ταμεία θα καταρρεύσουν. Παράλληλα, ο κ. Πατούλης τόνισε ότι ο ιατρικός κλάδος μαστίζεται, αφού του 25% των γιατρών είναι άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι.

    «Προσβολή της Δημοκρατίας» χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων τα μέτρα που απαιτεί να ληφθούν η τρόικα και τα οποία, όπως τόνισε, προσβάλλουν τους συνταγματικούς θεσμούς της χώρας μας.

    Ο κ. Αδαμόπουλος προσκάλεσε τους μηχανικούς, τους γιατρούς και τους άλλους επιστημονικούς φορείς σε κοινή δράση και κινητοποιήσεις σε πανελλαδικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, ζήτησε να υπάρξει γρήγορα συνάντηση με τους Ευρωπαϊκούς δικηγόρους μέσω της CCBE, προκειμένου να εκτεθεί η κατάσταση και η πραγματική εικόνα που επικρατεί στον ελλαδικό χώρο. Ακόμη, ο πρόεδρος της Ολομέλειας πρότεινε -και έγινε δεκτό- να κληθούν για ενημέρωση στα γραφεία του ΔΣΑ οι βουλευτές που έχουν την επαγγελματική ιδιότητα του δικηγόρου, του γιατρού και του μηχανικού.

    Οι πρόεδροι των τριών φορέων καταδίκασαν: «α) Τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων του πολίτη, η οποία συνιστά αποτέλεσμα μιας πρωτόγνωρης επίθεσης κατά του κράτους δικαίου, β) τον αναμφισβήτητα στρεβλό τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο «εκσυγχρονισμός» δήθεν της ελληνικής κοινωνίας και των κρατικών δομών και γ) την ανεξέλεγκτη δράση εξωθεσμικών και δημοκρατικά ανομιμοποίητων παραγόντων οι οποίοι - υπό την ανοχή δυστυχώς της πολιτικής ηγεσίας του τόπου - καταλήγουν να υποκαθιστούν τις συνταγματικά προβλεπόμενες εξουσίες».

    Οι φορείς σε ανακοίνωσή τους επισημαίνουν ότι «είναι πλέον πασίδηλο πως -εν μέσω της παρούσας συγκυρίας- δοκιμάζονται όχι μόνο οι οικονομικές μας αντοχές, αλλά κυρίως τα όρια της ανοχής μας ως ελεύθερων πολιτών μιας δημοκρατικά δομημένης πολιτείας, τα οποία και τείνουν πλέον να εξαντληθούν».

    Παράλληλα, προσθέτουν: «Μέσα σε αυτό το δυσμενές και άκρως δυσοίωνο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί οι θεσμοί πλήττονται - κατά τρόπο πρωτοφανή και συνταγματικά ανεπίτρεπτο - και εντέλει απαξιώνονται σχεδόν πλήρως. Οι επιστημονικοί κλάδοι καλούνται να αναλάβουν πρωτοβουλίες βλέποντας τη χώρα να καταρρέει, βυθισμένη σε μια κρίση όχι μόνο οικονομική αλλά πλέον πολιτική, ηθική, κρίση αξιών».

    Μετά το πέρας της σύσκεψης ο κ. Σπίρτζης δήλωσε: «Υπάρχει έλλειμμα σχεδίου για την διάσωση της χώρας και από την κυβέρνηση και από την τρόικα. Πρέπει να αναπτύξουμε δράσεις για να αντισταθούμε στην λαίλαπα. Δεν θα είναι εύκολα τα πράγματα για όσους θέλουν να παρουσιάσουν ως δεσμεύσεις της χώρας ρυθμίσεις που υπαγορεύονται από συμφέροντα».

    Από την πλευρά του ο Γ. Αδαμόπουλος τόνισε: «Προβάλλονται συνεχώς αξιώσεις υπό την απειλή της μη εκταμίευσης κάποιας δόσης. Θέλουν συνεχώς να παρουσιάζουν τους δικηγόρους ως πλούσιους. 8.000 συνάδελφοι δεν έχουν καμία παράσταση στα δικαστήρια. Θα φύγουν φέτος περισσότεροι από 1.000 ή 1.500. Το άνοιγμα έχει επέλθει».

    Τέλος, ο Γ. Πατούλης επισήμανε: «Ακόμη και ο μπακάλης μπορεί να ανοίξει ιατρείο με βάσεις τις ρυθμίσεις που πέρασαν. Είναι απαράδεκτο και αντισυνταγματικό. Αυτό το νομοθέτημα πρέπει να καταργηθεί».

    Μποϋκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα

    Κατά την κοινή σύσκεψη έγινε αποδεκτή η πρόταση του Χρ. Σπίρτζη και η λήψη οκτώ κοινών δράσεων που είναι: 1) Η πραγματοποίηση «μποϋκοτάζ» στα γερμανικά προϊόντα, ενέργεια στην οποία καλούν να ανταποκριθεί επιπλέον το σύνολο των Ελλήνων πολιτών, ως ελάχιστη και συμβολική ένδειξη διαμαρτυρίας στην έλλειψη αλληλεγγύης που ως Ευρωπαίοι εταίροι θα αναμέναμε από τη Γερμανία, 2) Η συγκρότηση ειδικών επιτροπών, οι οποίες θα κληθούν να επεξεργαστούν ένα ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας και εξόδου της από την παρούσα κρίση, 3) Η πραγματοποίηση κοινής απεργίας και αποχής από τα καθήκοντά τους, 4) Η διοργάνωση ημερίδας για την ανάδειξη των κοινών προβλημάτων των μελών των τριών επιστημονικών φορέων συγκέντρωσης διαμαρτυρίας και συναυλίας, 5) Η ανάληψη ποικίλων δράσεων για την ενημέρωση των αντίστοιχων φορέων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6) Η από κοινού διοργάνωση εκδήλωσης κατάθεσης και καταγραφής προβληματισμών και ανταλλαγής απόψεων στις Βρυξέλλες, 7) Η διενέργεια ελέγχων σε κτίρια πραγματικά κλειστών αγορών (τραπεζικά καταστήματα, supermarkets, κ.λπ. για θέματα υγιεινής και ασφάλειας πολιτών και εργαζομένων και χωροταξικών και πολεοδομικών παραβάσεων), 8) Κοινή προσπάθεια για την δημιουργία ενός δείκτη προστασίας όλων των πολιτών και βελτίωση του κοινωνικού κράτους.

    Η διοργάνωση των κοινών δράσεων θα ξεκινήσει μέσα στις επόμενες μέρες.

Ολλανδία: Ο κίνδυνος διάδοσης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη έχει μειωθεί, δηλώνει ο πρωθυπουργός Ρούτε

Ολλανδία: Ο κίνδυνος διάδοσης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη έχει μειωθεί, δηλώνει ο πρωθυπουργός Ρούτε
07/02/2012 19:33
ΑΠΕ-ΜΠΕ-Γαλλ. Πρακτ.
Χάγη, Ολλανδία
204
Greek

Αριθμός Είδησης: 10875279


   Ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μαρκ Ρούτε εκτίμησε σήμερα ότι σε σχέση με τα μέσα του 2010, υπάρχουν πλέον "λιγότεροι κίνδυνοι" να διαδοθεί η κρίση χρέους στην ευρωζώνη εάν η Ελλάδα εγκαταλείψει το ενιαίο νόμισμα.

    "Υπάρχουν λιγότεροι κίνδυνοι", είπε ο Ολλανδός πρωθυπουργός μιλώντας στο δημόσιο ραδιόφωνο της χώρας: "είναι προς το συμφέρον μας να παραμείνει η Ελλάδα (στο ευρώ) και για αυτό θα πρέπει να πάρει όλα τα μέτρα που μας έχει υποσχεθεί (...) όμως, εάν αυτό δεν λειτουργήσει, σήμερα είμαστε σε πιο ισχυρή θέση σε σχέση με ενάμισι χρόνο πριν", πρόσθεσε.

    Οι χώρες της ευρωζώνης είναι "πιο ισχυρές" επειδή έχουν λάβει μέτρα, όπως είναι η αναδιάρθρωση των τραπεζών και η ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), διευκρίνισε.

    Ο Ρούτε διαβεβαίωσε ότι "συμφωνεί" με την Επίτροπο για τις νέες τεχνολογίες Νίλι Κρους που δήλωσε σε συνέντευξή της στην ολλανδική εφημερίδα de Volkskrant ότι "δεν θα πεθάνει και κανείς" αν η Ελλάδα εγκαταλείψει την ευρωζώνη.

    Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο αντέδρασε στις δηλώσεις της Κρους τονίζοντας ότι η θέση της Ελλάδας βρίσκεται εντός της ζώνης του ευρώ. "Το κόστος της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ θα ήταν μεγαλύτερο από το κόστος της συνέχισης της στήριξης" της χώρας, σημείωσε ο Μπαρόζο.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ζητείται Επειγόντως το Κέντρο




Ένα εξαιρετικό άρθρο του Απόστολου Δοξιάδη για το "χαμένο" Κέντρο:



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ

Προϋπόθεση για να αποφύγει η Ελλάδα την επερχόμενη καταστροφή είναι να αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα που σημαίνει να συμβεί ένα, ή και τα δύο, από τα παρακάτω: να εξυγιανθούν ριζικά τα μεγάλα κόμματα, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό—φοβάμαι όμως ότι ο βαθμός αυτός ίσως να είναι πολύ μικρός—και να δημιουργηθούν καινούργια, ίσως ενσωματώνοντας και κάποιες από τις υγιέστερες δυνάμεις των παλαιών, που θα επιτρέψουν σε νέους ανθρώπους, με νέο ήθος και πραγματικές ικανότητες, να μπουν στην πολιτική σκηνή. Γιατί μόνο με τα υπάρχοντα κόμματα και το υπάρχον ανθρώπινο υλικό, ως έχει, δε μπορεί να γίνει τίποτε καλό. Καλή ομελέτα με κλούβια αυγά δε φτιάχνεται• παρομοίως, δε γίνεται καλή πολιτική με κακά κόμματα και κακούς πολιτικούς.
Πώς όμως θα αλλάξει το άρρωστο κομματικό σύστημα; Τι είναι αυτό που θα επιτρέψει τις αλλαγές που η συντριπτική πλειοψηφία των σήμερα ενεργών πολιτικών δε θέλει, ή δε μπορεί -ή, συνηθέστερα, και τα δύο- να κάνει; Κατά τη γνώμη μου, για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές αυτές πρέπει προηγουμένως να εκφραστεί με ισχυρή φωνή ο χώρος που σε κάποιες φάσεις της νεότερης ιστορίας μας αποκαλούνταν, και σωστά, «κεντρώος». Δε μιλώ εδώ για ένα νέο πολιτικό κόμμα  ή σωστότερα, δε μιλώ μόνο για κάτι τέτοιο. Μιλώ για κάτι βασικότερο, την απαραίτητή του προϋπόθεση. Γιατί ο χώρος του Κέντρου δεν ορίζεται πρωτίστως κομματικά, αλλά πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, και για να υπάρξει ένα νέο κόμμα με προοπτική, πρέπει να ξέρουμε, και να ξέρει, ποια είναι η κοινωνική πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική κατηγορία που εκφράζει.
Ο χώρος του Κέντρου αποτελεί στη σημερινή Ελλάδα προβληματική έννοια. Κάποιοι τον επικαλούνται, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς εννοούν, κάποιοι, όπως ο Διογένης με το φανάρι, τον αποζητούν γύρω τους, εις μάτην, κάποιοι τον αναπολούν με νοσταλγία, άλλοι τον λοιδορούν, ενώ τέλος μερικοί—κυρίως τα κόμματα εξουσίας, που έχουν κάθε συμφέρον γι' αυτό—θέλουν να τον υποβαθμίσουν ως αναχρονισμό, μια έννοια ληγμένη. Κι όμως, ο κεντρώος χώρος είναι αυτός που κατοικείται από το μεγαλύτερο αριθμό των πολιτών, που αντιπροσωπεύει δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων, των μέσων, εργατικών, μετριοπαθών, πολιτικά αφανάτιστων πολιτών, χωρίς παρά ταύτα να τολμά να ομολογήσει το όνομά του. Έτσι, το να ξαναορίσουμε το νόημα της έννοιας «Κέντρο», και μέσα από τον ορισμό να της ξαναδώσουμε φωνή, είναι σήμερα πιο απαραίτητο παρά ποτέ.
Μια από τις ιδιομορφίες του πολιτικού Κέντρου είναι ότι ορίζεται πάντα ευκολότερα ως αντίθεση στα άκρα, παρά αυτόνομα, ως το τι είναι το ίδιο—αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η ονομασία του. Κι εδώ είναι απαραίτητη μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή:
Η έννοια του Κέντρου γίνεται κυριαρχική στην πολιτική ζωή ουσιαστικά μετά τον Εμφύλιο, καθώς στη διάρκειά του, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει χωριστεί σε δύο μόνο παρατάξεις: το ΚΚΕ και τους συμμάχους του από τη μια, και όλους τους άλλους από την άλλη—το Κέντρο ενσωματώνεται φυσικά στη δεύτερη κατηγορία. Στην περίοδο από το τέλος του Εμφυλίου ως την απριλιανή Δικτατορία, το 1967, το Κέντρο ορίζεται μέσω μιας διπλής αντίθεσης: αφ’ ενός από μια Αριστερά που ήταν τότε, πότε περισσότερο-πότε λιγότερο φανερά, ευθυγραμμισμένη με τη στρατηγική του Σοβιετικού μπλοκ, χωρίς να αποτάξει, ούτε στην ηπιότερη εκδοχή της, την ΕΔΑ της δεκαετίας του 1960, τον αντιδυτικό χαρακτήρα που αυτή η ένταξη επέβαλλε• και αφ’ ετέρου από μια Δεξιά που τη χαρακτήριζαν η τυφλή προσάρτησή της στο άρμα του Παλατιού, αλλά και ο ιδεολογικού τύπου εθνικισμός και αντικομουνισμός. Κατοικώντας το μέσο χώρο, το Κέντρο είχε ταυτόχρονα και κάποια σημεία επαφής με τα δύο άκρα που αρνιόταν: με την Αριστερά, το έφερνε κοντύτερα μια λιγότερο συντηρητική πολιτισμική στάση (δημοτικισμός, άρνηση της εθνικιστικής και ακραία αντικομουνιστικής ρητορικής), καθώς και η επιδίωξη των ίσων ευκαιριών και του κοινωνικού κράτους, ενώ με τη Δεξιά το ένωνε ο φιλοδυτικός προσανατολισμός, και η κοινή πίστη στην αστική δημοκρατία ως αντίθεση του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Με δυο λόγια, το Κέντρο εκείνα τα χρόνια οριζόταν—έστω και αν δεν το δήλωνε πάντα με αυτούς τους σαφείς όρους—ως ένας πολιτικός χώρος ταυτόχρονα αντι-αριστερός και αντι-δεξιός, ως ταυτόχρονη άρνηση και των δύο άκρων, που όμως αφομοίωνε κάποια μη-ακραία χαρακτηριστικά και των δυο. Αλλά καθώς ο κύριος εκλογικός αντίπαλος του Κέντρου, από το τέλος του Εμφυλίου και ως το 1967, ήταν η Δεξιά, η ταυτότητα του οριζόταν πιο έκδηλα από την αντίθεσή του σε αυτήν, παρά την Αριστερά. (Παρά ταύτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το προδικτατορικο Κέντρο παρέμεινε επί της ουσίας εξ ίσου αντι-αριστερό όσο και αντι-δεξιό, που τότε σήμαινε, κυρίως, αντικομουνιστικό.) Τέλος, στο βαθμό που η ταυτότητά του οριζόταν θετικά, και όχι εκ των αντιθέσεών του, το προδικτατορικό Κέντρο ήταν ένας χώρος που αντλούσε τη δύναμή του από την πίστη στη φιλελεύθερη δημοκρατία και την ένταξη στη Δύση.
Τα χρόνια της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας δημιουργήθηκε μια νέα συσπείρωση στις πολιτικές δυνάμεις. Από το τρίδυμο Δεξιά, Κέντρο, Αριστερά, περάσαμε πάλι σε ένα διχασμό, μόνο που τώρα η κύρια αντίθεση είχε αλλάξει από αυτήν του Εμφυλίου: τότε, ήταν ΚΚΕ/υπόλοιποι• στο διάστημα 1967-74 έγινε χούντα/υπόλοιποι.
Η χούντα, βέβαια, παρά τα άπειρα στραβά της, έβαλε στο δρόμο της τελικής λύσης το πολιτειακό, με την εξορία του Κωνσταντίνου το Δεκέμβριο του 1967, και το δημοψήφισμα κατά της Βασιλείας, το 1973. Έτσι, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 1974, το πολιτικό τοπίο δε μπορούσε να επανέλθει στο προδικτατορικό, τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Δύο ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν το μεταδικτατορικό τοπίο: οι μεγάλες πρωτοβουλίες του Καραμανλή (νομιμοποίηση του ΚΚΕ και δημοψήφισμα-οριστική επίλυση του πολιτειακού) και η δημιουργία του νέου τύπου κόμματος του Ανδρέα Παπανδρέου, του ΠΑΣΟΚ, ενός "κινήματος" που εκτός των άλλων εξαφάνισε—κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο—μέσα σε μια επταετία, ως το 1981, τα κόμματα του πολιτικού Κέντρου.
Με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την οριστική επίλυση του πολιτειακού, η Δεξιά είχε χάσει τα δύο της βασικά ερείσματα: τον ψυχροπολεμικό αντικομουνισμό και την ταύτιση με το Παλάτι, και ότι αυτό συμβόλιζε. Χωρίς αυτά τα δύο, είχε χάσει το λόγο ύπαρξής της, οπότε η Νέα Δημοκρατία έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα, που ενσωμάτωνε σε μεγάλο βαθμό και τους περισσότερους ψηφοφόρους του προδικτατορικού Κέντρου. Όμως, η εξαφάνιση αυτή διόλου δε βόλευε τα σχέδια του Ανδρέα Παπανδρέου, που γι’ αυτό αποφάσισε να αναστήσει την παλιά Δεξιά, ως βολικό αχυράνθρωπο, ώστε να παίξει πιο εύκολα το δικό του πολιτικό παιχνίδι. Αντί όμως για την παραδοσιακή Δεξιά, που ουσιαστικά είχε σβήσει, στερούμενη ερεισμάτων, ο Ανδρέας ανέστησε ως αντίπαλο τη "Δεξιά", δηλαδή μια ουσιαστικά μυθική έννοια, που την έφτιαξε κατά πως τον βόλευε, μια καρικατούρα του παλιού εαυτού της, που τη φόρεσε σιγά-σιγά καπέλο στην τότε ανυποψίαστη Νέα Δημοκρατία.
Ο Ανδρέας διαμόρφωσε σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός το νέο πολιτικό τοπίο, δημιουργώντας εχθρούς και συμμάχους κατά τα γούστα του. Αφ' ενός, κατάφερε να πλήξει καίρια τη Νέα Δημοκρατία περιορίζοντας τη, με το δικό του ορισμό, σε κάτι που δεν ήταν, τη Δεξιά παλαιού τύπου. Αυτό το κατάφερε με το πνεύμα που ενσάρκωσε το στρεβλό σύνθημα "ο Λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά". Γιατί φυσικά η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που επέβαλλε και διεξήγαγε υποδειγματικά το δημοψήφισμα που κατήργησε τη βασιλεία και νομιμοποίησε το ΚΚΕ, δεν ήταν ούτε φιλοβασιλική ούτε ψυχροπολεμικά αντικομουνιστική. Άρα δεν ήταν και αυτό που "σήμαινε Δεξιά" στα μάτια των Ελληνίδων και των Ελλήνων, δηλαδή αυτό που έλεγε ο Ανδρέας ότι σήμαινε. Όμως ο πολύς κόσμος δεν πίστεψε την αλήθεια, αλλά τον Ανδρέα.
Αφ' ετέρου, ο μέγας λαοπλάνος κατάφερε καίριο πλήγμα στο χώρο στα αριστερά του, αναγορεύοντας το ΠΑΣΟΚ του κύριο κληρονόμο των παραδόσεών της Αριστεράς, και περιθωριοποιώντας την ίδια με εκείνο το αλήστου μνήμης, ανδρεϊκής επινοήσεως, "λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις". Η υφαρπαγή της ιστορίας της Αριστεράς έγινε με την άλλη μεγάλη πομφόλυγα της δεκαετίας του 1980, τη λεγόμενη "Εθνική Συμφιλίωση", που ενσάρκωσε εμβληματικά η τοποθέτηση του Μάρκου Βαφειάδη ως βουλευτή Επικρατείας. (Η κίνησή του Ανδρέα ήταν φυσικά καθαρά συμβολική, και κενή περιεχομένου, καθώς η εθνική συμφιλίωση είχε επιτευχθεί στην ουσία τον Ιούλιο του 1974, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του (τότε) ΚΚΕ Εσωτερικού. Τα άλλα ήταν λόγια, παράτες, φιέστες και κενή ρητορεία. )
Με το διπλό χτύπημα των συμβόλων και των συνθημάτων, δεξιά και αριστερά, που διέλυσε τους δυο πολιτικούς αντιπάλους του ΠΑΣΟΚ, αναγορεύοντας τον πρώτο κάτι που δεν ήταν, και παίρνοντας από τον δεύτερο την ιστορία, του το πολιτικό τοπίο της Ελλάδας υπέστη βίαια αναμόρφωση. Ο κύριος στόχος του Ανδρέα όμως δεν ήταν ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά: ήταν η διάλυση του χώρου του Κέντρου, του μεγάλου πλειοψηφικού χώρου των μετριοπαθών Ελληνίδων και Ελλήνων πολιτών, που αποτελούσε και την κύρια δεξαμενή υποψήφιων ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Στήνοντας απέναντί του μια Δεξιά-μπαμπούλα, μια φαντασίωση ενός σχεδόν φασιστικού-απολυταρχικού φαντάσματος, ο Ανδρέας όρισε τον εαυτό του, και το ΠΑΣΟΚ του, ως ηγέτη ενός άτυπου λαϊκού Μετώπου, ενός νέου ανένδοτου αγώνα, που βάφτιζε ότι δεν ήταν "Δεξιά", δικό του χώρο. Αυτό ήταν το μέγιστο στρατήγημά του, και συνάμα το μεγαλύτερο κακό που έκανε στην ελληνική πολιτική ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας όρισε εξ αρχής τους κανόνες τους πολιτικού παιχνιδιού, με την αντίληψή του για την πολιτική να αποτελεί πλήρη ενσάρκωση της ρήσης του Μιτεράν, ότι «πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων». Έτσι, ο Ανδρέας δεν ήταν μεγάλος πολιτικός αλλά μεγάλος λαοπλάνος, δημαγωγός, πολιτικάντης. Κι αυτό του το «μεγαλείο» η Ελλάδα το πλήρωσε ακριβά, και ίσως να το πληρώσει μελλοντικά ακόμη ακριβότερα.
Γιατί η πολιτική, βέβαια, δεν είναι αυτό που είπε ο Μιτεράν ή, σωστότερα, δεν πρέπει να είναι αυτό, αλλά κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων. Η καλή πολιτική δεν είναι η διαχείριση των συμβόλων—αν και είναι, αναγκαίο, εν μέρει και αυτό—αλλά των πραγματικών ζητημάτων και προβλημάτων μιας χώρας, διαχείριση που βασίζεται στην παράλληλη ύπαρξη και λειτουργία ενός σωστού κράτους. Η καλή πολιτική συμβαδίζει με το σωστό κράτος που, για να είναι σωστό, δεν πρέπει να εξαρτάται παρά ελάχιστα από την πολιτική: η έκφραση «κρατικός μηχανισμός» δηλώνει ακριβώς ότι, σε μια σωστή δημοκρατία, το κράτος πρέπει να λειτουργεί σωστά, καλοκουρδισμένο ρολόι, ανεξάρτητα των πολιτικών. Αντ’ αυτού, ο Ανδρέας έδωσε στο ελληνικό κράτος το τελευταίο καίριο πλήγμα, διαλύοντας το εντελώς. Για την ακρίβεια, προχώρησε πολύ παραπέρα στη διάλυσή του από αυτούς που αναθεμάτιζε ως εχθρούς του κράτους, δηλαδή το προχουντικό παρακράτος, και την ίδια τη χούντα-κράτος, κομματικοποιώντας τη δεκαετία του 1980 το κράτος σε βαθμό πρωτόγνωρο. Έπειτα, για να τον ανταγωνιστεί η Νέα Δημοκρατία στα χρόνια που ήταν στην εξουσία, τον μιμήθηκε, παίζοντας και αυτή το ίδιο παιχνίδι. Χωρίς αυτόνομο κράτος, όμως, η πολιτική δεν είχε πλέον θεσμικό αντίβαρο, και έτσι το κράτος μας κατάντησε απεικόνιση των δύο μεγάλων κομμάτων που νέμονται επί τριάντα χρόνια την εξουσία, των παρασυναγωγών και των συντεχνιακών ομάδων που τα διοικούν.
Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι ιδέες και οι αρχές ουσιαστικά καταργήθηκαν, εξορίστηκαν από το μεγαλύτερο μέρος του κομματικού φάσματος—χώρια η περί του αντιθέτου φανφαρόνικες ρητορείες—μαζί και η έννοια των μεγάλων κομμάτων ως έκφρασης ουσιαστικών, συνεκτικών κοινωνικών σχηματισμών. Κι έτσι, αντί για το προδικτατορικό τρίδυμο Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά, που είχε σίγουρα πολιτικό-κοινωνικό υπόβαθρο, η μεταπολιτευτική ζωή ορίστηκε από δύο κόμματα αποψιλωμένα από κάθε ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, δηλαδή δυο κόμματα που με τον καιρό καταντούσαν ολοένα και περισσότερο απλές «φίρμες» (brands), με την αντίθεσή τους να έχει όσο ιδεολογικό περιεχόμενο όσο του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό. Το να είσαι Πασοκτζής ή Νεοδημοκράτης, έπαψε με τα χρόνια να σημαίνει το οτιδήποτε, από το ότι φοράς πράσινη ή γαλάζια φανέλα, και να νέμεσαι—αν ήσουν οργανωμένος οπαδός—τα προνόμια της ένταξής σου. Καθώς όμως στους ψηφοφόρους των δυο αυτών κομμάτων ανήκαν και όλοι όσοι θα μπορούσαν να ανήκουν στο μεσαίο κοινωνικό χώρο, αυτή η ισοπέδωσή τους κάτω από τις κενές «φίρμες» έπνιξε και κάθε δυνατότητα έκφρασής του Κέντρου.
Πιστεύω ότι όπως η μεταδικτατορική ισοπέδωση του ελληνικού πολιτικού τοπίου από τον Πασοκικής και Νεοδημοκρατικής υφής λαϊκισμό—και τα δύο εντέλει πνευματικά παιδιά του Ανδρέα Παπανδρέου—είχε κύριο θύμα της το Κέντρο, η ανασύστασή του Κέντρου, ως ουσιαστική έκφραση του μεγαλύτερου, παραγωγικότερου, και θετικότερου τμήματος της κοινωνίας, είναι ο εξ ων ουκ άνευ όρος της ανασυγκρότησης της πολιτικής μας ζωής πάνω σε μια βάση χρήσιμη για τον τόπο.
Το νέο αυτό Κέντρο, αναγκαστικά πρέπει να ορισθεί και αρνητικά, όπως πάντα ταιριάζει στο Κέντρο, αλλά και θετικά, όπως απαιτείται από ένα χώρο που πρέπει να οδηγήσει τη χώρα προς τη σωτηρία.
Αρνητικά, το Κέντρο σήμερα πρέπει να ορισθεί και πάλι ως αντίθεση στα δυο άκρα που απειλούν τη Δημοκρατία: το ένα παραμένει, όπως και παλιά, μια Αριστερά που δεν έχει αποκηρύξει το όραμα του ολοκληρωτισμού (έστω και αν η ίδια το βαφτίζει «ιδανική κοινωνία»), μια Αριστερά που αμφισβητεί ευθέως τη δημοκρατία μας, με λόγια (σαφέστατες διακηρύξεις) και έργα (έκνομες ενέργειες κατά της ασφάλειας και της ειρήνης των πολιτών και της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της καθημερινότητάς μας). Το άλλο άκρο όμως δεν είναι ο Ανδρεοπαπανδρεϊκής επινοήσεως βρικόλακας «Δεξιά», αλλά ο λαϊκισμός, που απαντιέται σε όλο το εύρος των μη-αριστερών κομμάτων, δηλαδή ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ. Γιατί και στα τρία υπάρχουν πολιτικές τάσεις, αλλά και πολιτικοί, βουλευτές, πολιτευτές και ενεργά μέλη, που συναντιόνται στην ακραία λαϊκίστικη στάση τους, μια στάση ουσιαστικά αντι-ευρωπαϊκή, παρανοϊκά μισαλλόδοξη, που αναζητεί τον πατριωτισμό στην ψωροπερήφανη απομόνωση και κολακεύει τους ψηφοφόρους, αντιτάσσοντας στο παμπάλαιο σύμπλεγμα κατωτερότητας του νεοέλληνα, που η Κρίση το έχει διογκώσει υπερβολικά, το ψέμα μιας άνευ αποδείξεων ανωτερότητας, σε μια νέα παραλλαγή του «όσα δε φτάνει η αλεπού». Αν το καλοσκεφτούμε, οι ακραίοι λαϊκιστές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ, τα βρίσκουνε μια χαρά μεταξύ τους: αν πετούσαν τις κομματικές τους φανέλες, θα μπορούσαν όλοι κάλλιστα να ανήκουν στα γραφικά γκρουπούσκουλα, τη «Σπίθα» ή το «Άρμα Πολιτών». Αυτά όμως είναι γραφικά μόνο επειδή είναι μικρά. Ενώ, αντίθετα, το κύριο σώμα και η έκφραση του λαϊκισμού, που κρατά δέσμια το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ στον παλιό, χειρότερο εαυτό τους, και καθορίζει ολοκληρωτικά το ΛΑΟΣ, δεν είναι διόλου γραφικό, γιατί έχει όγκο, μέγεθος, και απειλή να συμπαρασύρει τη χώρα στο δικό του ολέθριο δρόμο.
Όμως το νέο Κέντρο πρέπει να ορισθεί και θετικά, ως αυτό που πραγματικά είναι: η φωνή της πλειοψηφίας των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών που είναι σαφής στο θετικό όραμα που αποζητά για τον τόπο, δηλαδή το όραμα μιας φιλελεύθερης κοινωνίας ευρωπαϊκού τύπου, με σύγχρονο κράτος δικαίου, με ευνομία, ισονομία και σωστή λειτουργία των θεσμών. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου το κράτος υπηρετεί τους πολίτες, και το Δημόσιο Συμφέρον, και δεν είναι ούτε όργανο των κομμάτων—όπως το κατάντησε η κομματοκρατία των δύο μεγάλων κομμάτων—ούτε μπαμπούλας ολοκληρωτικού τύπου, που εξουσιάζει τις ζωές των πολιτών, όπως το ονειρεύεται η Αριστερά. Το όραμα μιας Ελλάδας όπου η πολιτική και το κράτος υπηρετούν τους πολίτες που αγαπούν τον τόπο τους και θέλουν να ζουν εδώ ειρηνικά και δημιουργικά.
Το νέο αυτό Κέντρο πρέπει να στελεχωθεί από νέους ανθρώπους—νέους στην πολιτική αλλά και, νομίζω, ως επί το πλείστον σχετικά νέους ηλικιακά—που μπορούν με συνέπεια λόγου, πράξης και προσωπικού ιστορικού να εκφράσουν την ουσία του, τη μετριοπάθεια στην πολιτική, και τη στήριξη της δημιουργικότητας στην καθημερινή ζωή, αυτά δηλαδή που είναι το αιτούμενο όλων των καλών πολιτών.
Κάθε εθνική κρίση, κυρίως αν είναι οικονομική, ωθεί τους ανθρώπους στα άκρα, που τα προσεγγίζουν μέσα στην απελπισία του, γιατί τα άκρα πάντα ψεύδονται, συνειδητά ή ασυνείδητα, προσφέροντας την εύκολη ρητορική των απατηλών υποσχέσεων, αντί τη δύσκολη ουσία, που απαιτεί η πραγματικότητα. Η δική μας Κρίση δεν είναι διαφορετική και το βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις: τα άκρα ανεβαίνουν, όχι μόνο η Αριστερά, ο ΛΑΟΣ και τα ακροδεξιά μορφώματα, αλλά—ακόμη πιο επικίνδυνα—οι ακραία λαϊκίστικες τάσεις στα δυο μεγάλα (για πόσο ακόμη;) κόμματα. Αν αυτό συνεχισθεί, αν δεν υπάρξει αντίδραση, ο τόπος θα διαλυθεί από τις φυγόκεντρες δυνάμεις των άκρων, ο κοινωνικός ιστός θα διαλυθεί. Η οικονομία θα τσακιστεί, και η Ελλάδα δε θα αντέξει, θα απομονωθεί πολιτικά από τη Δύση και θα γίνει χώρα του Τρίτου Κόσμου, ξανά «ψωροκώσταινα», το υποψήφιο θύμα του κάθε αυριανού ολιγάρχη, μαφιόζου ή δικτάτορα.
Για να αποφευχθεί η διάλυση στην οποία μας τραβούν ολοταχώς, από δυο μεριές, τα άκρα, εντός και εκτός μεγάλων κομμάτων, πρέπει να αποκτήσουμε πάλι Κέντρο. Το σάπιο κομματικό σύστημα θα διαλυθεί για να ανασυντεθεί υγιώς μόνο αν ο κεντρώος χώρος ξανα-αποκτήσει έκφραση, αυτοσυνειδησία και φωνή.
Μόνο ένα νέο, ισχυρό Κέντρο μπορεί να σώσει τη χώρα από την καταστροφή.




Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

H εξουσία διαπομπεύει τις μετριότητες





Tου Χρήστου Γιανναρά

Δεν έχουν νόημα, είναι αποδεδειγμένα ατελέσφορες οι εκκλήσεις, οι προτροπές, οι υποδείξεις σε ανθρώπους των κομμάτων.
Tο πάθος για την πολιτική ως παίγνιο μοιάζει ανίατη ασθένεια, ανήκε στη βλάβη.
Eπείγεται η «Nέα Δημοκρατία» να γίνει κυβέρνηση με οποιοδήποτε τίμημα...

Δεν την ενδιαφέρει αν θα κυβερνήσει σε κράτος που θα έχει κηρύξει στάση στις πληρωμές μισθών και συντάξεων, με πανικόβλητα πλήθη στους δρόμους να εγκληματούν χωρίς χαλινό.

Tεκμαίρεται η αδιαφορία της N.Δ., από τα θέματα που απασχολούν τον αρχηγό και τους «επιτελείς» του, το άμεσο «περιβάλλον» του: Mάχη για τις καρέκλες, για τις θέσεις στα ψηφοδέλτια, για το ποιος θα φιγουράρει δίπλα στον αρχηγό μπροστά στις κάμερες. Oμαδοποιήσεις που αλληλομαχαιρώνονται στο Διαδίκτυο, φτήνια και ευτέλεια επιδιώξεων, ενώ το κράτος βουλιάζει στο χάος.
Mονότροποι μέχρις αναλγησίας οι κομματάνθρωποι, αποκομμένοι από την πραγματικότητα, ανέγγιχτοι από την αγωνία και τον πανικό για τη συντελεσμένη στη χώρα καταστροφή, παχυδερμικά ανέμελοι για τις ευθύνες τους, για τις νωπές αθλιότητες της πενταετίας τους.

Δεν έχουν νόημα οι καταγγελίες, το ξεμπρόστιασμα, η διαπόμπευση. Eίναι ανίατη ψυχοπάθεια η εξουσιολαγνεία, βεβαιωμένη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα.
Tα «παλαιά στελέχη» της «παράταξης» απέδειξαν επί πέντε χρόνια εξωφρενική ανικανότητα και φαυλότητα, αλλά παραμένουν όλα επί σκηνής. Aπό κοντά οι νεοφανείς υπασπιστές του αρχηγού, έχουν κιόλας στεγανό ο καθένας και αυτονομημένο το δικό του μικροσύμπαν, και ανταγωνίζονται σε θριαμβολογίες ποιος δικαιώνεται για τις υποδείξεις του στον αρχηγό.

H αρχηγία σε ένα τέτοιο κόμμα αμετανοησίας και ευτέλειας τι σημαίνει για τον κ. Σαμαρά, ποιες ικανοποιήσεις του προσφέρει, ποιες φιλοδοξίες του μπορεί να υπηρετήσει; Tι να την κάνει την πρωθυπουργία, όταν δεν διαθέτει παρά φθαρμένα, σπιθαμιαία αναστήματα για να αντιπαλαίψει ιλιγγιώδη προβλήματα σε μια χώρα ρημαγμένη, βυθισμένη στην απόγνωση; Δεν τον τρομάζει το ταπεινωτικό, οικτρό τέλος που είχαν τρεις κιόλας πριν από αυτόν πρωθυπουργοί παραδομένοι σήμερα στη χλεύη και στην περιφρόνηση του λαού και της Iστορίας; Γιατί επιμένει να βαδίζει, δίχως την παραμικρή παρέκκλιση, στα ίχνη τους;
H εξουσία μεγεθύνει εξευτελιστικά τη μετριότητα, τη γελοιοποιεί, τη διαπομπεύει.

Δεν τρομάζει τον κ. Σαμαρά αυτός ο αμείλικτος διασυρμός της μετριότητας από τη δοκιμασία στο καμίνι της πρωθυπουργίας; Kαι η μετριότητα δεν μετριέται τόσο με βάση τα έκτακτα προσόντα όσο με την απουσία κάποιων ηγετικών ικανοτήτων, ελάχιστα φανταχτερών, που ειδικά σήμερα, σε εποχή κυριαρχίας των επιδερμικών εντυπώσεων, αποδείχνονται κεφαλαιώδη χαρίσματα.
Tο πρόβλημα της Eλλάδας σήμερα είναι ένα: να ξηλωθεί, αλλά μεθοδικά και ειρηνικά, το παρασιτικό, πελατειακό καθεστώς της κομματοκρατίας και να στηθεί εξ υπαρχής κράτος στην υπηρεσία της κοινωνίας. Kράτος με πρωτεύονται στόχο τη λιγότερη δυνατή αδικία, την ποιότητα της ζωής, την άνοδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας.

Eίναι στοχεύσεις που δεν απαιτούν οπωσδήποτε «μπαλκονάτο» ηγέτη, εντυπωσιακή επιβλητικότητα. Aπαιτούν τη σεμνή οξυδέρκεια που ξέρει να ξεχωρίζει ποιότητες, να εντοπίζει αποτελεσματικούς συνεργάτες, να αξιοποιεί την ανιδιοτέλεια και το δημιουργικό πάθος. Aπαιτεί την πανίσχυρη τόλμη της διακινδύνευσης, της ετοιμότητας για αυτοθυσία.

O νουνεχής πολίτης ξέρει, ότι δεν μπορεί να περιμένει τίποτα, μα απολύτως τίποτα, από το προσωπικό των κομμάτων της σημερινής πολιτικής σκηνής. Kαι ο πιο καθαρός, ο πιο τίμιος πολιτευτής βαρύνεται με το στίγμα της σύμπραξης στα εγκλήματα των κυβερνήσεων που μας οδήγησαν στην τωρινή χρεοκοπία και διεθνή διαπόμπευση. O κ. Σαμαράς δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε κάποιος από τους δελφίνους στο ΠAΣOK.

Θα αποτελέσει εξαίρεση όποιος, κατέχοντας τη θέση του αρχηγού στο ένα ή στο άλλο κόμμα, επαγγελθεί τη διάλυση του κόμματός του και τη συγκρότηση ενός ριζικά καινούργιου σχηματισμού με κριτήριο άφθορη ποιότητα και ετοιμότητα κοινωνικής προσφοράς.

O ηγέτης με τη σεμνή οξυδέρκεια θα εντοπίσει τους ανθρώπους τους ικανούς να απελευθερώσουν τη δημόσια διοίκηση από κάθε κομματική παρέμβαση και επιρροή. Tους σοφούς νομικούς που θα μεταφράσουν σε νομοθεσία τους συνταγματικούς περιορισμούς στον συνδικαλισμό των δημόσιων λειτουργών. Που θα καθαρίσουν τελεσίδικα τα πανεπιστήμια και τα σχολεία από τη λοιμική των κομματικών νεολαιών. Που θα σαρκώσουν σε λειτουργικούς θεσμούς μιαν άτεγκτη αξιοκρατία, τον συνεχή έλεγχο της ποιότητας, της παραγωγικότητας, της δημιουργικής φαντασίας σε κάθε πτυχή του συλλογικού βίου.
Tέτοιες στοχεύσεις μοιάζουν ουτοπικές, δονκιχωτικές, για τα θύματα της ψυχοπαθολογικής εξουσιολαγνείας. O ρεαλισμός των στοχεύσεων είναι απρόσιτος στη μονοτροπία της ιδιοτέλειας.





Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Οι δελφίνοι, το Μνημόνιο και το καλωσόρισμα στην Ελλάδα




Οι πολιτικές ανθρωποθυσίες, ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, της ραγδαίας ανάπτυξης της επιστήμης και των τεχνολογιών, προσφέρονται για να φυσήξει ούριος άνεμος στα πανιά ενός κομματικού σχηματισμού, όταν φαίνεται να έχει βαλτώσει, και να απειλείται με ναυάγιο.


Μια τέτοια περίπτωση παρακολουθούμε στο ΠΑΣΟΚ με τον Γιώργο Παπανδρέου. Ενώπιον της αφετηρίας μιας μάχης επιγόνων, που θα φέρει το ΠΑΣΟΚ για δεύτερη φορά στην ιστορία του, στα χέρια κάποιου ο οποίος δεν θα λέγεται Παπανδρέου, ο πρώην  πρωθυπουργός «θυσιάζεται» με προχωρημένη ευκολία από τους υπόλοιπους κορυφαίους του Κινήματος.


Οι δελφίνοι της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ πιστεύουν ότι με τον τρόπο αυτό, στο υποσυνείδητο της κοινωνίας θα μεγιστοποιηθούν οι ευθύνες του Γιώργου Παπανδρέου για τον εθνικό εφιάλτη του Μνημονίου, και κατ’ αντιστοιχία θα σμικρυνθούν οι δικές τους. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΠΑΣΟΚ πληρώνει τον λογαριασμό του Μνημονίου, με την υποχώρηση της πολιτικής απήχησής του σε επίπεδα «μικρομεσαίου» κόμματος.



Στο πρώτο σκέλος, ο πολιτικός συλλογισμός τους δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αν και μάλλον ο Γιώργος Παπανδρέου είναι δύσκολο να καταστεί… περισσότερο ένοχος, από τη στιγμή που η ελληνική κοινωνία έχει φορτώσει την πολιτική υστεροφημία του σημερινού Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, με το άγος του Μνημονίου. Το οποίο εξελίχτηκε στον μεγάλο επιταχυντή για την επιδείνωση της κρίσης, και τη «βιαιοπραγία» σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και ευημερίας.
Στο δεύτερο σκέλος, ο συλλογισμός τους πάσχει. Επειδή κανείς από όσους έχουν εκδηλώσει την πρόθεση να διεκδικήσουν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, δεν έσπευσε να διαχωρίσει εγκαίρως τη θέση του. Δεν μίλησε σε καίριο χρόνο για ευθύνες και αστοχίες. Δεν προχώρησε σε μια ηχηρή παραίτηση, που θα άναβε τη σπίθα της αμφισβήτησης, ίσως και της απαλλαγής από τον μονόδρομο αυτής της πολιτικής.


Μονάχα η Λούκα Κατσέλη δικαιούται να ισχυρίζεται ότι είχε εγκαίρως διαγνώσει το πρόβλημα και είχε «φωνάξει» για τις ευθύνες του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, για να… πληρώσει την πολιτική αυτοθυσία της, αρχικά με μια δυσμενή μετάθεση από το υπουργείο Οικονομίας, και εν συνεχεία με την οριστική έξοδο από την κυβέρνηση. Μόνο που εκείνη δεν θεωρείται διεκδικήτρια «πρώτης γραμμής».


Όλοι οι υπόλοιποι, ήταν εκεί. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, σε σημείο που να «ποινικοποιούν» την κοινή λογική και την πραγματικότητα, για τον εξαιρετικά απλό λόγο ότι αμφότερες δεν συμφωνούν με τις δικές τους προσωπικές επιδιώξεις.


Για όσους μάλιστα έχουν ακόμη αμφιβολίες, δεν χρειάζεται παρά να ρίξουν μια ματιά στις ομόφωνες αποφάσεις έγκρισης της πολιτικής που ακολούθησε ο Γιώργος Παπανδρέου. Αρχικά ως αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας και του Κώστα Καραμανλή. Τότε που υποστήριζε από… κάθε μπαλκόνι της χώρας ότι υπήρχαν λεφτά. Και οι δελφίνοι χειροκροτούσαν.


Στη συνέχεια, στο ξεκίνημα της κυβερνητικής θητείας του. Τότε που «πειράχτηκε», σύμφωνα με τις σχετικές καταγγελίες τις οποίες διερευνά η Δικαιοσύνη το έλλειμμα του 2009, προκειμένου να εμφανιστεί όσο μεγάλο χρειαζόταν, για να αιτιολογηθεί η προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον μηχανισμό στήριξης του Μνημονίου. Κανείς δελφίνος δεν είχε αντιδράσει.


Τότε που ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου «θρυμμάτιζε» τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και εκτόξευε τα spreads, μιλώντας για «Τιτανικό», την ώρα που ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου υποστήριζε ενώπιον των υπόλοιπων ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι «κυβερνούσε μια διεφθαρμένη χώρα». Και πάλι, κανένας δελφίνος δεν είπε το παραμικρό.


Τότε που, με το δραματικών διαστάσεων διάγγελμα από το Καστελόριζο, ο Γιώργος Παπανδρέου παρουσίασε την προσφυγή στο Μνημόνιο ως υπέρτατη πράξη εθνικής ευθύνης. Για να αποδειχτεί μέσα σε μερικούς μόλις μήνες, ότι το μόνο «εθνικό» εκείνης της επιλογής, ήταν η δια βίου εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας. Ακούσατε εσείς κάποιον δελφίνο να διαφωνεί;


Ακόμη και όταν, εξαιτίας των απαιτήσεων της τρόικας, η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου φόρτωνε μια κοινωνία που βρισκόταν ήδη στα όριά της, με δυσβάσταχτα μέτρα λιτότητας, τα οποία και οδήγησαν φυσικά σε εμβάθυνση της ύφεσης, στα όρια της χρεοκοπίας, ούτε… μισή παραίτηση δεν είδαμε, από κάποιον από όσους σήμερα διεκδικούν το δικαίωμα στη «λήθη». Τη συλλογική και εθνική, πολιτική και κοινωνική.


Η Ελλάδα λοιπόν… καλωσορίζει στη χώρα τους υποψηφίους διαδόχους του Γιώργου Παπανδρέου. Που προφανώς απουσίαζαν τα τελευταία δυο χρόνια… και περισσότερο. Η πολιτική λήθη ήταν ένα ακόμη από τα «κεκτημένα» που χάθηκαν, λόγω των μέτρων τα οποία εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και στις εκλογές, αλλά και στο εθνικό μέλλον, η πολιτική καταδίκη δεν θα αφορά μονάχα τον Γιώργο Παπανδρέου. Θα αφορά το «όλον ΠΑΣΟΚ». Ή μάλλον, τα «πολλά ΠΑΣΟΚ», που ευθύνονται για τη φορολόγηση ακόμη και των ονείρων των Ελλήνων.





Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ΤΙ ΘΑ ΛΕΓΑΤΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΦΠΑ Κε ΥΠΟΥΡΓΕ;







Είμαι πολύ αφελής να πιστεύω πως αν ο ΦΠΑ μειωθεί στο 12% -από 23 που είναι σήμερα- τα έσοδα του κράτους θα αυξηθούν;

Πως θα γίνει αυτό θα με ρωτήσετε.
Πολύ απλά θα πω.
Αν σήμερα  ενώ μπορώ να αγοράσω δυο πακέτα ενός προϊόντος που θέλω, αγοράζω μόνον ένα λόγω φόβου και κρίσης, με τη μείωση του ΦΠΑ θα αγοράσω σίγουρα δυο αν όχι παραπάνω γιατί η μείωση του ΦΠΑ εκτός που θα μου αλλάξει την ψυχολογία θα υπολογίσω πως αφού  το θέλω το προϊόν, αφού μπορώ να το αγοράσω αλλά με τη μείωση του ΦΠΑ με συμφέρει κιόλας, θα πάρω σίγουρα δυο πακέτα τουλάχιστον. Ένα παράδειγμα: ας πούμε ότι ένα πακέτο προϊόντος που με ενδιαφέρει κάνει 10€ με ΦΠΑ 23%. Αυτό το ίδιο προϊόν θα κάνει με 12% ΦΠΑ  9,1€, δηλαδή αν δώσω 18,2€ παίρνω δύο πακέτα του προϊόντος αυτού. Τι έχουμε εδώ; α) παίρνω δυο πακέτα που τα χρειάζομαι με κέρδος (έκπτωση) 9% (από 20 που τα έπαιρνα τώρα τα παίρνω 18,2), ο επαγγελματίας εισπράττει τα διπλάσια χρήματα από πριν (εισέπραττε 8,13€ και τώρα εισπράττει διπλάσια 16,25€ άρα και ο ίδιος θα ξοδέψει μετά περισσότερα) και το κράτος όμως εισπράττει παραπάνω γιατί με το ένα πακέτο και 23% ΦΠΑ εισέπραττε 1,87€ φόρο ενώ τώρα θα εισπράξει 2,04€ δηλ αύξηση κοντά στο 10%!!

Τόσο απλά μπορεί να είναι τα πράγματα και τι έχουμε μετά από αυτό;
Και το κράτος θα εισπράξει παραπάνω και εγώ θα πάρω την ποσότητα που επιθυμώ και η αγορά θα κινηθεί περισσότερο και ο επαγγελματίας θα ανασάνει και θα αποκτήσει όλη η αγορά μια θετική ψυχολογία που βοηθάει την ανάκαμψη και θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν ώστε να αποκτήσουν δουλειά και εισόδημα πολλοί άνεργοι και ο φόβος και η ανασφάλεια θα μειωθούν που αυτό μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Ποιός όμως πολιτικός βγαίνει έξω από το γραφείο του, έξω από το πολυτελές κρατικό αυτοκίνητο του, ποιός βγαίνει στην αγορά για να αφουγκραστεί τι συμβαίνει; Ποιός αντιμετωπίζει τους πολίτες σαν σοφούς και όχι σαν εργαλεία που θα τους βοηθήσουν να αποκτήσουν μια θέση στο κοινοβούλιο; Πόσοι πολιτικοί από όλους όσους έχουμε στείλει στη βουλή δούλεψε δική του δουλειά ώστε να ξέρει τι σημαίνει αγορά;
Απέκτησαν πτυχία βαρύγδουπα μα πρακτική εξάσκηση και εμπειρία μηδέν.
Δεν γνωρίζουν, δεν έχουν εμπειρίες, δεν ρωτούν τίποτα και κανέναν, παίρνουν γνώμες μόνο από γραφειοκράτες και γραφειοδυνάστες, δεν πράττουν, απλά εισ- πράττουν, δυστυχώς μόνο αυτό έμαθαν να κάνουν καλά!!.-
Πως να πάμε μπροστά αν δεν ξυπνήσουν;
Πως να πάμε μπροστά αν εμείς -πρώτα- δεν ξυπνήσουμε;

αναρτήθηκε και στο άλλο ιστολόγιο μου 

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Η Μεγάλη Ληστεία


1.
[Ο σοσιαλισμός της αστακομακαρονάδας] Είναι μία βροχερή Τετάρτη του Φεβρουαρίου 1981. Το βράδυ, σε μια ψαροταβέρνα του Χαλανδρίου, στον δρόμο προς Χολαργό, κοντά στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη, Γενικού Γραμματέα τότε του ΚΚΕ, συνευρίσκονται οι Ανδρέας Παπανδρέου, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Άκης Τσοχατζόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης, Κωστής Βαΐτσος, Βάσω Παπανδρέου, Μένιος Κουτσόγιωργας και ο μετέπειτα δήμαρχος Χαλανδρίου Νίκος Πέρκιζας.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι σίγουρος για την εκλογική νίκη του «Κινήματος» στις εκλογές του Οκτωβρίου και η συζήτηση είναι πού θα βρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μοιραστούν στις ορδές των «μη προνομιούχων» που ανυπόμονοι περιμένουν την ώρα της μεγάλης εισβολής.
«Πρόεδρε, δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει ο Γεράσιμος Αρσένης, μετέπειτα «τσάρος της οικονομίας», στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. «Το διεθνές σύστημα», επιμένει, «έχει μεγάλη ρευστότητα και θα βρούμε αρκετό χρήμα να φέρουμε στην Ελλάδα. Εξάλλου, τα επιτόκια είναι χαμηλά, όπως και το ελληνικό δημόσιο χρέος. Υπάρχουν έτσι περιθώρια να αντιμετωπίσουμε και αιτήματα για παροχές, αλλά και μία πιθανή φυγή κεφαλαίων στις ξένες τράπεζες από βιομηχάνους και μεγαλοεισαγωγείς…».
«Δηλαδή λεφτά υπάρχουν, Μάκη», τονίζει ευχαριστημένος ο Ανδρέας Παπανδρέου. «Θα μπορέσουμε έτσι να δείξουμε στον λαό ότι μοιράζουμε χρήμα. Ποιος ποτέ θα μάθει ότι αυτό είναι δανεικό… Θα λέμε σε όλους τους τόνους ότι είναι το χρήμα του κατεστημένου, που τώρα ανήκει στους Έλληνες…», προσθέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και δείχνει να απολαμβάνει το ουίσκι που πίνει.
«Οι γιαπωνέζικες τράπεζες ψοφάνε να δανείζουν χρήμα στην Ευρώπη, κύριε πρόεδρε», λέει στον Ανδρέα Παπανδρέου ο Κωστής Βαΐτσος, που είχε διεθνή εμπειρία από τη συμβουλευτική θητεία του σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Γνώριζε επίσης ο ίδιος –όπως και ο Ανδρέας Παπανδρέου– ότι στην διεθνή κεφαλαιαγορά κυκλοφορούσε και άφθονο μαύρο αραβικό χρήμα σε πετροδολάρια, που άλλο που δεν ήθελε να τοποθετηθεί σε χώρες όπως η Ελλάδα. Το χρήμα αυτό ήταν καλοδεχούμενο από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει για να εξαγοράσει στην κυριολεξία ψήφους και οπαδούς, ώστε να μονιμοποιήσει την παραμονή του στην εξουσία. Αυτό ήταν το μεγάλο όραμά του και, για να το αναλύσει κανείς, απαιτούνται πολλές σελίδες.
Με απλά λόγια, λέμε ότι, όταν το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, δύο πράγματα τον ενδιέφεραν: Πρώτον, να διαλύσει την μισητή του –όπως είχε αποκαλύψει στον γράφοντα– Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (ΕΚΝΔ) και, δεύτερον, να καταλάβει την εξουσία. Επειδή μάλιστα γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία υποσχόμενος σοσιαλδημοκρατικού τύπου μεταρρυθμίσεις, οι οποίες εξάλλου ήσαν μέσα στο πρόγραμμα της ΕΚΝΔ, εφάρμοσε μία ριζοσπαστική, λαϊκιστική, τριτοκοσμικού τύπου στρατηγική, αξιοποιώντας τα κατώτατα δυνατά ερείσματα και ένστικτα που μπορεί να διαθέτει ένας λαός.
Σπουδασμένος στην Αμερική και οικονομολόγος, επηρεασμένος από τη σχολή της οικονομετρικής προσέγγισης των πραγμάτων, ο Ανδρέας Παπανδρέου –ο οποίος απεχθανόταν την Ευρώπη και την κουλτούρα της– ήταν ένας πολιτικός με ικανότητα τολμηρών τακτικών ελιγμών, που μπορούσε με άνεση να κινείται στρατηγικά στη βάση ορθολογικών επιλογών. Ένα σημαντικό την εποχή εκείνη στέλεχος του Κινήματος χαρακτήριζε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ «κινούμενο ηλεκτρονικό υπολογιστή». Μελετούσε κάθε κίνησή του και, κυρίως, στην Αμερική είχε διδαχθεί από ειδικούς επικοινωνιολόγους να καταλαβαίνει την ψυχολογία του όχλου, να συνθηματολογεί και να μπορεί να διαισθάνεται τι θέλει να ακούσει ο ακροατής.
«Ύστερα», γράφει ο Στάμος Ζούλας, «ο Ανδρέας είχε διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα η πιθανότητα να αποκτήσει κάποιος δημοσιότητα είναι η εκπροσώπηση απόψεων με τρόπο που να διεγείρει, που να συγκινεί, και ιδιαίτερα σε θέματα που το συναισθηματικό στοιχείο είναι πολύ έντονο». Ακόμη και όσα οι πολιτικοί του αντίπαλοι θεωρούσαν ως ανερμάτιστη πολιτική και οβιδιακές μεταμορφώσεις, στην ουσία δεν ήταν παρά ένας συνειδητός και προσχεδιασμένος τακτικισμός που είχε ως πρωταρχικό –αν όχι αποκλειστικό– στόχο την κατάληψη της εξουσίας»[1]. Και η τελευταία όντως κατελήφθη τον Οκτώβριο του 1981 και έμελλε να κρατήσει, την πρώτη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του στο τιμόνι της χώρας έως τον Ιούλιο του 1989.

2.
[Η δημιουργία των μηχανισμών]Εννέα χρόνια παραμονής στην εξουσία ήσαν αρκετά για το ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του να δημιουργήσουν αρθρώσεις και καταστάσεις που δύσκολα θα μπορούσαν αρθούν από φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις. Ακόμα χειρότερα, την πασοκική περίοδο εμπεδώθηκε στην Ελλάδα και μία αντιδραστική τριτοκοσμική ιδεολογία η οποία σήμερα μόνον δεινά επιφυλάσσει στη χώρα. Εξάλλου, η ιδεολογία αυτή, σύμφωνα με τα γνωστά από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πρότυπα, χρησίμευε ως άλλοθι στους μηχανισμούς που έπαιρναν σάρκα και οστά στην Ελλάδα σε αντικατάσταση του αποκαλούμενου «κράτους της δεξιάς». Μετά λοιπόν την επιχείρηση του Φεβρουαρίου 1982, όταν μία Κυριακή οι πρασινοφρουροί έκαναν δοκιμή πραξικοπήματος, σταδιακά εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μηχανισμοί του πασοκικού κράτους που δημιουργούσαν και νέες κοινωνικο-οικονομικές αρθρώσεις.
Κοντολογίς, ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωξε –και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε– να δημιουργήσει μία φιλική προς το ΠΑΣΟΚ μεσαία τάξη, εσωστρεφή και εχθρική προς κάθε φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή ιδέα. Επρόκειτο για μία τάξη που διψούσε για χρήμα, αλλά ήθελε να το αποκτήσει χωρίς κόπο και, κυρίως, όχι μέσα από μηχανισμούς της αγοράς και του οικονομικού ανταγωνισμού που συνεπάγεται η ελεύθερη οικονομία.
Έτσι, την περίοδο 1981-1985, εισρέουν στην Ελλάδα απίστευτα ποσά, δανεισμένα από ξένες τράπεζες, κυρίως ιαπωνικές, και δαπανώνται ασυστόλως στο όνομα της «καμένης γης», για να εκκολαφθεί η πασοκική εξουσία, η οποία ήταν και σαφέστατου τριτοκοσμικού χαρακτήρα. Την προαναφερόμενη περίοδο, η Ελλάδα δανείστηκε από το εξωτερικό περί τα 50 δισ. δολάρια, παράλληλα δε εισέπραξε και άλλα 26 δισ. δολάρια από κοινοτικές επιδοτήσεις. Μέσα σε μία τετραετία, δηλαδή, η χώρα είχε δεχθεί το ισόποσο ενός έτους Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ). Όσο για το δημόσιο χρέος της, από 28% του ΑΕΠ το 1980, είχε εκτιναχθεί στο 47,8% στα τέλη του 1985[2]. Είχε, δηλαδή, σχεδόν διπλασιασθεί χωρίς να γίνει στη χώρα ούτε ένα έργο! Αντιθέτως, η κατανάλωση είχε πάει στα ύψη, με αποτέλεσμα την αλματώδη άνοδο του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, το έλλειμμα του οποίου έφθασε να αντιπροσωπεύει το 14,5% του ΑΕΠ και να είναι το υψηλότερο κατά κεφαλήν στον κόσμο!
Στο επίπεδο της παραγωγής, όμως, η Ελλάδα υποχωρεί σημαντικά, οι εξαγωγές της παραμένουν στάσιμες, ενώ η βιομηχανία της ξεφτίζει και σταδιακά χάνεται.
Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, εδραιώνεται κοινωνικά και εξαγοράζει ψήφους, συνειδήσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, αγροτικούς συνεταιρισμούς, δήμους, κοινότητες. Όπως ψιθυρίζεται στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους, το «Κίνημα» του Ανδρέα Παπανδρέου αποκτά καθεστωτικό χαρακτήρα και το ότι παραμένει στην Ευρώπη οφείλεται στο χρήμα που εισρέει στην Ελλάδα από τα διάφορα κοινοτικά Ταμεία. Τα τελευταία χρησιμοποιούνται για πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις ημέτερων αγροτών, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, εκδοτών, ανώτερων και ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων και, βεβαίως, κομματικών μηχανισμών.
Δημιουργείται έτσι σταδιακά ένα παρακράτος μαφιόζικου τύπου, το οποίο διεισδύει όλο και βαθύτερα στην πολιτική και κυριολεκτικά μολύνει τη δημοκρατία. Απίθανοι και αδίστακτοι εκπρόσωποι αυτού του παρακράτους δημιουργούν δίκτυα επικοινωνίας και επιρροής και αξιοποιούν στο έπακρο μια φαύλη «προοδευτική» δημοσιογραφία και ακόμα πιο φαύλους βαρώνους των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Αν δε κατά καιρούς τα σκάνδαλα, οι καταχρήσεις και οι λεηλασίες αυτού του παρακράτους βγαίνουν στη δημοσιότητα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς και σε προσωπικές έριδες των ανθρώπων που δεσπόζουν στο παρακράτος. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς… Ο Κοσκωτάς, ο Μαυράκης, ο Σταματελάτος, η Αγρέξ, τα καλαμπόκια, η Προμέτ, ο Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων είναι μερικά από τα 200 σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ που είχε καταγράψει ο Γιάννης Λάμψας και είχε περιγράψει αναλυτικά σε άρθρα του στα τότε Επίκαιρα του Γιάννη Πουρνάρα.
Συγκλονιστικά και απολύτως ηλεγμένα στοιχεία για εκείνη την περίοδο περιέχονται σε ένα αποκαλυπτικό και πολύ σημαντικό βιβλίο του Δημήτρη Στεργίου, αρχισυντάκτη του Οικονομικού Ταχυδρόμου την εικοσαετία 1979-1999 και διευθυντή σύνταξης του ίδιου περιοδικού το 2000. Στο βιβλίο Το Πολιτικό Δράμα της Ελλάδος 1981-2005[3], ο συγγραφέας προέβλεπε την πτώχευση της χώρας από το 1989, όταν στην ουσία η Ελλάδα είχε απειληθεί με αποβολή από την Ευρωπαϊκή Ένωση – χωρίς να ιδρώσει κανενός το αυτί. Την αποκάλυψη αυτή είχε κάνει ο υπογράφων από τις στήλες του Οικονομικού Ταχυδρόμου, δεχόμενος τόνους ύβρεων λάσπης από τους πραιτωριανούς της «Αλλαγής».
Την ώρα, λοιπόν, που κάποιοι ψάχνουν για «επαχθή χρέη» και παραπλανούν τον κόσμο, θα πρέπει κάποια πράγματα να τα δούμε από κοντά. Ειδικότερα δε θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μία χρεοκοπία δεν υπάρχουν αμέτοχοι – κυρίως όταν η χρεοκοπία είναι απότοκος συλλογικής ληστείας, τους καρπούς της οποίας άλλοι γεύονται περισσότερο, άλλοι λιγότερο και κάποιοι ίσως καθόλου.

3.
[Αριθμοί και γεγονότα]Ο υπογράφων δέχεται ότι τα τριανταπέντε τελευταία χρόνια αρκετοί πολιτικοί πλούτισαν και κάποιοι υπερπλούτισαν ασκώντας το επάγγελμα του «εκπροσώπου του λαού». Δέχεται επίσης ότι στο πολιτικό μας σύστημα υπάρχει αυξημένη διαφθορά. Όλα αυτά, σε μία δημοκρατία είναι ανιχνεύσιμα και κολάσιμα. Γι’ αυτό, «επαχθή χρέη» υπάρχουν και αναγνωρίζονται μόνον στις δικτατορίες τριτοκοσμικού και κομμουνιστικού τύπου. Αντιθέτως, στη δημοκρατία, η διαφάνεια –η οποία είναι και ένας από τους όρους λειτουργίας της– αποτελεί αντίδοτο στη διαφθορά και ενίοτε την αποτρέπει.
Ωστόσο, ειδικά στην χώρα μας, υπάρχει μία άλλη, και πραγματική, διάσταση «επαχθούς χρέους» την οποίαν ουδείς τολμά να αναφέρει και, ακόμη περισσότερο, να αναδείξει. Γι’ αυτό, στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μία μερική διάσταση αυτού του «επαχθούς χρέους» προβάλλοντας στοιχεία που με πολύ κόπο αναζητήσαμε και καταγράψαμε.
Επισημαίνουμε, έτσι, ότι από το 1979 έως και το 2010 έγιναν στην Ελλάδα 5.280 γενικές και κλαδικές απεργίες, σε ποσοστό 96% του δημοσίου τομέα, με αποτέλεσμα να χαθούν 1.385 ημέρες εργασίας. Σε σημερινά ευρώ, το κόστος αυτών των εργάσιμων ημερών, που είναι 45 τον χρόνο, αντιστοιχεί σε 135 δισ. ευρώ, ήτοι στο 39% του συνολικού δημοσίου χρέους της χώρας ή στο 55% των χρεών των ασφαλιστικών ταμείων. Σημειώνουμε ότι οι απεργούντες ναι μεν δεν προσήλθαν στην εργασία τους, πλην όμως εισέπραξαν το σχετικό ημερήσιο κόστος της τελευταίας – και το συνολικό αυτό ποσόν είναι αδύνατον να υπολογισθεί. Σίγουρα, όμως, σωρευτικά αντιπροσωπεύει κάποια δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες απεργίες –ο αριθμός των οποίων είναι τριπλάσιος του αντιστοίχου κοινοτικού μέσου όρου πριν τη μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ)– είχαν εκβιαστικό χαρακτήρα και κατέληξαν στην απόσπαση απίθανων προνομίων. Τα τελευταία –όπως, για παράδειγμα, τα δωρεάν ταξίδια με την Ολυμπιακή Αεροπορία όλων των μελών των οικογενειών των εργαζομένων (;) στην εταιρεία, στην πρώτη θέση– επιβάρυναν, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το κόστος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας κατά 4% του ΑΕΠ περίπου. Έτσι, σωρευτικά τα τριάντα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία επιβαρύνθηκε με άλλα 140 δισ. ευρώ, χάνοντας ταυτοχρόνως και σημαντικό μέρος από την ανταγωνιστικότητά της. Στην απώλεια αυτή θα πρέπει να προστεθεί και η κατά 2% σωρευτική επιβάρυνση του ΑΕΠ από τα κλειστά επαγγέλματα, η οποία επίσης υπολογίζεται σε άλλα 120 δισ. ευρώ.
Επίσης, από το 1993, μετά την πτώση της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έως και το 2009, προσελήφθησαν στην ευρύτερο δημόσιο τομέα περί τα 600.000 άτομα, με αποτέλεσμα το κόστος του δημόσιου τομέα να επιβαρυνθεί με το απίστευτο ποσόν των 500 δισ. ευρώ – κόστος το οποίο ξεπέρασε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο μέσο της ΕΕ των 15 χωρών-μελών. Το ποσοστό αυτό σήμερα αντιπροσωπεύει 11 δισ. ευρώ ετησίως και είναι η βασική αιτία της δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ακόμα χειρότερα, επιβαρύνει και την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού σε επίπεδα που είναι δύσκολο να υπολογισθούν.
Στις παραπάνω απίστευτες επιβαρύνσεις θα πρέπει να προσθέσουμε και την χορήγηση στην Ελλάδα 180.000 συντάξεων με μηδενική ανταπόδοση, οι οποίες σε μία εικοσαετία επιβάρυναν το υπερχρεωμένο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας με 24 δισ. ευρώ, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και κάποια δισεκατομμύρια εφάπαξ.
Την περίοδο 1990-2009 καταγράψαμε επίσης για την Αθήνα 180 δήθεν φοιτητικές διαδηλώσεις, οι οποίες κατέληξαν σε καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και σε λεηλασίες πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ανυπολογίστου αξίας. Την εικοσαετία αυτή, οι καταστροφές που προκλήθηκαν μόνον στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπολογίζονται στα 30 εκατ. ευρώ σωρευτικά, συμπεριλαμβανομένων και των κλοπών επιστημονικού υλικού. Από κοινωνικής δε πλευράς, οι βάρβαρες αυτές εκδηλώσεις οδήγησαν σε απώλειες δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στο κέντρο της Αθήνας και στο κλείσιμο περίπου 10.000 εμπορικών και άλλων επιχειρήσεων.
Αποκαλυπτικά επίσης στοιχεία για το μέγεθος της μεγάλης ληστείας μπορεί να εντοπίσει κανείς σε ένα θαυμάσιο βιβλίο του αείμνηστου Νικολάου Θέμελη, υπουργού Προεδρίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα το 1990, με τίτλο Τον δρόμον τετέλεκα[4]. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας, που ήταν και πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, περιγράφει τις απίστευτες εμπειρίες του. Σε οποιαδήποτε δημοκρατική και ευνομούμενη χώρα, το βιβλίο αυτό θα είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων και εισαγγελικών επεμβάσεων. Εν Ελλάδι πέρασε απαρατήρητο. Ο λόγος απλός και ευκόλως κατανοητός: ο συγγραφέας περιγράφει όργια καταχρήσεων και σπαταλών στη δημόσια διοίκηση και αναφέρει σοβαρότατες ατασθαλίες σε δήμους και κοινότητες. Ατασθαλίες που, συνολικά, ξεπερνούσαν τα 20 δισ. δραχμές την εποχή εκείνη.
Το ποσόν αυτό, βέβαια, ανεβαίνει σε αστρονομικά ύψη αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις του Λ. Ρακιντζή, Επιθεωρητού Δημοσίας Διοικήσεως, ο οποίος, στην γνωστή έκθεσή του, περιγράφει τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, στις πολεοδομίες, στα Ελληνικά Ταχυδρομεία και γενικά σε δημόσιους οργανισμούς. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το κόστος της διαφθοράς στην ελληνική δημόσια διοίκηση αντιπροσωπεύει περί το 2% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας, ήτοι, με τα σημερινά δεδομένα, ένα ποσόν της τάξεως των 5 δισ. ευρώ. Έτσι, σε επίπεδο τριακονταετίας, φθάνουμε αισίως τα 120 δισ. ευρώ.
Είναι, λοιπόν, ηλίου φαεινότερον ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι όντως «επαχθές», όχι όμως για τους λόγους που επικαλούνται κάποιοι νομικοί, που, υποκρίνονται ότι τώρα ανακαλύπτουν τον τροχό της διαφθοράς και της γραφειοκρατικής ασυδοσίας. Αυτοί που αναζητούν ενόχους και αποδιοπομπαίους τράγους για το αποκαλούμενο ελληνικό «επαχθές χρέος» και απειλούν με μηνύσεις και άλλα παρόμοια, καλά θα έκαναν να μάθουν …γραφή και ανάγνωση. Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι το γνήσιο προϊόν της καταληστεύσεως του δημοσίου πλούτου από συντεχνίες, συνεταιρισμούς, συνδικαλιστικά σωματεία, δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες. Όλος αυτός ο εσμός της ελληνικής, σοβιετικού τύπου, κλεπτοκρατίας δίνει σήμερα τον υπέρ πάντων αγώνα για να καταρρεύσει η χώρα. Είναι η μόνη ελπίδα τους. Διότι, μία ελληνική κατάρρευση θα αφήσει άθικτους όλους τους μηχανισμούς της διαφθοράς και θα ενισχύσει τις εξουσίες των συντεχνιών.
Για παράδειγμα, επιχειρηματίες που τροφοδοτούν τις διάφορες φιλολογίες περί επιστροφής στην δραχμή, είναι ξεκάθαρο τι επιδιώκουν. Έχοντας τεράστια χρέη στο εσωτερικό και γερές καταθέσεις στο εξωτερικό, σε περίπτωση που η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχμή νομίζουν ότι θα εξοφλήσουν τα χρέη τους σε υποτιμημένες δραχμές, εισάγοντας υπερτιμημένα ευρώ. Θα συμβεί, δηλαδή, ό,τι συνέβη στην πάλαι ποτε Σοβιετική Ένωση, στην οποίαν οι ολιγάρχες της νομενκλατούρας αγόρασαν σχεδόν τα πάντα με υπερτιμημένα έναντι του ρουβλίου δολάρια που είχαν φυγαδεύσει στο εξωτερικό την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος. Με το χρήμα αυτό οι ολιγάρχες, όχι μόνον απέκτησαν αμύθητες περιουσίες, αλλά εγκατέστησαν και τις δικές τους πολιτικές εξουσίες. Έτσι, η σημερινή Ρωσία ελέγχεται από τους ολιγάρχες του χρήματος και αυτούς που αποτελούν το πολιτικό τους σκέλος.
Αυτό το μοντέλο «οραματίζονται» κάποιοι και για την Ελλάδα, γι’ αυτό και επιδιώκουν με κάθε μέσον να την αποκόψουν από την Ευρώπη. Δηλαδή, πέρα από τη μεγάλη ληστεία, οι κύκλοι αυτοί επιχειρούν σήμερα και μία πολιτικο-θεσμική ανατροπή. Το θέμα είναι τεράστιο και οι διάφορες πτυχές του θα αναδεικνύονται όλο και πιο αδρά όσο κυλά ο χρόνος. Και ο χρόνος κυλά εφιαλτικά γρήγορα.


[1] Στάμος Ζούλας, Όσα δεν έγραψα…, Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 96.
[2] Το καλοκαίρι του 1985 η χώρα έφθασε στο χείλος της κατάρρευσης, όπως περιέγραψε ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Δ. Χαλικιάς. Βλ. τη μαρτυρία του σε συνέντευξη στον Π. Βασιλόπουλο (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 8.1.1988), η οποία παρατίθεται στο σχετικό άρθρο μου «Από το 1985 προβλεπόταν η πτώχευση», που είναι διαθέσιμο στο http://tiny.cc/j3jax
[3] Δημήτρης Λ. Στεργίου, Το πολιτικό δράμα της Ελλάδος 1981-2005, Παπαζήση, Αθήνα 2005.
[4] Νικόλαος Θέμελης, Τον δρόμον τετέλεκα, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1998.

Από τον ΑΘΑΝΑΣΙΟ Χ. ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟ (δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books του τεύχος Νοεμβρίου 2011)

 

 

...αλήθεια πως μπορεί κάποιος να τα αντικρούσει όλα αυτά;